Το Σύνταγμα της Αλβανίας | Ελληνική Μετάφραση

Προοίμιο
Εμείς, ο λαός της Αλβανίας, όντας υπερήφανοι για την ιστορία μας και με πίστη στο μέλλον.
Με αποφασιστικότητα να οικοδομήσουμε ένα κοινωνικό και δημοκρατικό κράτος βασισμένο στο κράτος δικαίου.
Με στόχο την τήρηση των οικουμενικών ανθρώπινων αξιών.
Με πνεύμα ανοχής και θρησκευτικής συνύπαρξης/
Με την πεποίθηση ότι πρέπει να προστατευθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προσωπικότητα, καθώς και η ευημερία ολόκληρου του έθνους, προς τους στόχους της ειρήνης, της ευημερίας, του πολιτισμού και της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Με την αιώνια φιλοδοξία του αλβανισμού, της εθνικής ταυτότητας και της ενότητας.
Με βαθιά πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη, η ειρήνη, η αρμονία και η συνεργασία μεταξύ των εθνών είναι από τις υψηλότερες αξίες της ανθρωπότητας, Συντάσσουμε αυτό το Σύνταγμα:

Μέρος Ι: Βασικές αρχές

Άρθρο 1

Η Αλβανία είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Η Δημοκρατία της Αλβανίας είναι ένα ενιαίο κράτος.
Η διακυβέρνηση βασίζεται σε ένα σύστημα ελεύθερων, ισότιμων, γενικών και περιοδικών εκλογών.

Άρθρο 2

Η κυριαρχία στη Δημοκρατία της Αλβανίας ανήκει στον λαό.
Ο λαός ασκεί την κυριαρχία του άμεσα ή μέσω των εκπροσώπων του.
Για τη διατήρηση της ειρήνης και των εθνικών συμφερόντων, η Δημοκρατία της Αλβανίας μπορεί να συμμετέχει σε σύστημα συλλογικής ασφάλειας, βάσει νόμου εγκεκριμένου από την πλειοψηφία όλων των μελών της Συνέλευσης.
Άρθρο 3 Η ανεξαρτησία και η ακεραιότητα του εδάφους, η αξιοπρέπεια του ατόμου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, η κοινωνική δικαιοσύνη, η συνταγματική τάξη, ο πλουραλισμός, η εθνική ταυτότητα και η κληρονομιά και η θρησκευτική συνύπαρξη είναι οι βάσεις αυτού του κράτους, το οποίο έχει το καθήκον του σεβασμού και της προστασίας τους.

Άρθρο 4

Ο νόμος αποτελεί τη βάση και τα όρια της δραστηριότητας του κράτους.
Το Σύνταγμα είναι ο ανώτατος νόμος στη Δημοκρατία της Αλβανίας.
Οι διατάξεις του Συντάγματος ισχύουν άμεσα, εκτός αν το Σύνταγμα ορίζει διαφορετικά.

Άρθρο 5

Η Δημοκρατία της Αλβανίας σέβεται το διεθνές δίκαιο στο οποίο δεσμεύεται.

Άρθρο 6

Η οργάνωση και η λειτουργία των οργάνων που προβλέπονται από το παρόν Σύνταγμα ρυθμίζονται από τους αντίστοιχους νόμους τους, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε αυτό.

Άρθρο 7

Το σύστημα διακυβέρνησης στη Δημοκρατία της Αλβανίας βασίζεται στη διάκριση και στην εξισορρόπηση των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών εξουσιών.

Άρθρο 8

Η Δημοκρατία της Αλβανίας αναγνωρίζει και προστατεύει τα εθνικά δικαιώματα του αλβανικού λαού που ζει εκτός των συνόρων της.
Η Δημοκρατία της Αλβανίας προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών της με προσωρινή ή μόνιμη κατοικία εκτός των συνόρων της.
Η Δημοκρατία της Αλβανίας εξασφαλίζει βοήθεια στους Αλβανούς που ζουν και εργάζονται ως μετανάστες προκειμένου να διατηρήσουν και να αναπτύξουν τους δεσμούς τους με την εθνική πολιτιστική κληρονομιά.

Άρθρο 9

Τα πολιτικά κόμματα δημιουργούνται ελεύθερα. Η οργάνωσή τους συμμορφώνεται με τις δημοκρατικές αρχές.
Πολιτικά κόμματα και άλλες οργανώσεις, τα προγράμματα και οι δραστηριότητες των οποίων βασίζονται σε ολοκληρωτικές μεθόδους, οι οποίες υποκινούν και υποστηρίζουν το φυλετικό, θρησκευτικό, περιφερειακό ή εθνοτικό μίσος που χρησιμοποιεί τη βία για να αναλάβει εξουσία ή να επηρεάσει τις κρατικές πολιτικές καθώς και αυτά με μυστικιστικό χαρακτήρα, απαγορεύονται σύμφωνα με τον νόμο.
Οι οικονομικές πηγές των κομμάτων, καθώς και οι δαπάνες τους, δημοσιοποιούνται πάντοτε.

Άρθρο 10

Η Δημοκρατία της Αλβανίας δε διαθέτει επίσημη θρησκεία.
Το κράτος είναι ουδέτερο σε θέματα πεποιθήσεων και συνείδησης, αλλά και εγγυάται την ελευθερία έκφρασής τους στη δημόσια ζωή.
Το κράτος εγγυάται την ισότητα των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Το κράτος και οι θρησκευτικές κοινότητες σέβονται αμοιβαία την ανεξαρτησία καθενός άλλου και εργάζονται μαζί για το καλό καθενός από αυτούς και όλων.
Οι συμφωνίες μεταξύ του κράτους και των θρησκευτικών κοινοτήτων ρυθμίζονται βάσει συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ των αντιπροσώπων τους και του Υπουργικού Συμβουλίου. Οι συμφωνίες αυτές επικυρώνονται από τη Συνέλευση.
Οι θρησκευτικές κοινότητες είναι νομικά πρόσωπα. Έχουν ανεξαρτησία στη διοίκηση των ιδιοκτησιών τους σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες τους.

Άρθρο 11

Το οικονομικό σύστημα της Δημοκρατίας της Αλβανίας βασίζεται στην οικονομία της αγοράς, στην ελευθερία οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και στην ιδιωτική και δημόσια ιδιοκτησία.
Η ιδιωτική και η δημόσια ιδιοκτησία προστατεύονται εξίσου από τον νόμο.
Οι περιορισμοί στην ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας μπορούν να θεσπιστούν μόνο από τον νόμο και για σημαντικούς δημόσιους λόγους.

Άρθρο 12

Οι ένοπλες δυνάμεις εξασφαλίζουν την ανεξαρτησία της χώρας, καθώς και την προστασία της εδαφικής της ακεραιότητας και της συνταγματικής τάξης.
Οι ένοπλες δυνάμεις διατηρούν ουδετερότητα στα πολιτικά ζητήματα και υπόκεινται σε πολιτικό έλεγχο.
Δεν επιτρέπεται η αποδοχή αλλοδαπής στρατιωτικής δύναμης στην αλβανική επικράτεια παρά μόνο με νόμο που εγκρίνεται από την πλειοψηφία όλων των μελών της Συνέλευσης.

Άρθρο 13

Η τοπική αυτοδιοίκηση στη Δημοκρατία της Αλβανίας ασκείται σύμφωνα με την αρχή της αποκέντρωσης της δημόσιας εξουσίας.

Άρθρο 14

Η επίσημη γλώσσα στη Δημοκρατία της Αλβανίας είναι η αλβανική.
Η εθνική σημαία είναι κόκκινη με έναν δικέφαλο μαύρο αετό στο κέντρο.
Η σφραγίδα της Δημοκρατίας της Αλβανίας παρουσιάζει έναν δικέφαλο μαύρο αετό, τοποθετημένο σε κόκκινο φόντο. Στην κορυφή της σφραγίδας είναι το κράνος του Σκεντέρμπεη.
Ο εθνικός ύμνος ονομάζεται «Ενωμένοι γύρω από τη σημαία μας».
Η Εθνική Εορτή της Δημοκρατίας της Αλβανίας είναι Ημέρα της Σημαίας στις 28 Νοεμβρίου.
Η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Αλβανίας είναι τα Τίρανα.

Μέρος II: Θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες
Κεφάλαιο I: Γενικές αρχές

Άρθρο 15

Τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες είναι αδιαίρετα και αναφαίρετα και αποτελούν τη βάση ολόκληρης της δικαστικής τάξης.
Τα όργανα δημόσιας εξουσίας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες, καθώς και συμβάλλουν στην υλοποίησή τους.

Άρθρο 16

Τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες και τα καθήκοντα που προβλέπονται στο παρόν Σύνταγμα για τους Αλβανούς πολίτες ισχύουν επίσης για τους αλλοδαπούς και τους απάτριδες στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Αλβανίας, εκτός από περιπτώσεις στις οποίες το Σύνταγμα αποδίδει συγκεκριμένα την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών μαζί με την αλβανική υπηκοότητα.
Τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες και τα καθήκοντα που προβλέπονται στο παρόν Σύνταγμα ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα, εφόσον συμμορφώνονται με τους γενικούς σκοπούς αυτών των προσώπων και με τον πυρήνα αυτών των δικαιωμάτων, ελευθεριών και καθηκόντων.

Άρθρο 17

Ο περιορισμός αυτών των δικαιωμάτων και ελευθεριών μπορεί να καθορίζεται μόνο από τον νόμο για δημόσιο συμφέρον ή για την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων. Ο περιορισμός πρέπει να είναι ανάλογος με την κατάσταση που τον υπαγόρευσε.
Αυτοί οι περιορισμοί δεν παραβιάζουν την ουσία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υπερβούν τους περιορισμούς που προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρθρο 18

Όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
Κανείς δεν μπορεί να υποστεί δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, εθνότητας, γλώσσας, πολιτικών, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, οικονομικής κατάστασης, μόρφωσης, κοινωνικής θέσης ή καταγωγής.
Κανείς δεν μπορεί να υφίσταται διάκριση για λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 2, αν δεν υπάρχουν εύλογοι και αντικειμενικοί νομικοί λόγοι.

Άρθρο 19

Όλοι οι γεννημένοι από τουλάχιστον έναν γονέα με αλβανική υπηκοότητα αποκτούν αυτόματα την αλβανική υπηκοότητα. Η αλβανική ιθαγένεια αποκτάται και για άλλους λόγους που προβλέπονται από τον νόμο.
Ένας Αλβανός πολίτης δεν μπορεί να χάσει την ιθαγένειά του, εκτός εάν την αποποιηθεί.

Άρθρο 20

Τα πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες έχουν το δικαίωμα να ασκούν με πλήρη ισότητα ενώπιον του νόμου τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες.
Έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν, να διατηρούν και να αναπτύσσουν την εθνοτική, πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική τους ταυτότητα, να σπουδάζουν και να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα, καθώς και να συμμετέχουν συλλογικά σε οργανώσεις και εταιρείες για την προστασία των συμφερόντων και της ταυτότητας τους.

Κεφάλαιο II: Προσωπικά δικαιώματα και ελευθερίες
Άρθρο 21 Η ζωή κάθε προσώπου προστατεύεται από τον νόμο.

Άρθρο 22

Η ελευθερία έκφρασης είναι εγγυημένη.
Η ελευθερία του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης είναι εγγυημένη.
Απαγορεύεται η πρότερη λογοκρισία των μέσων μαζικής επικοινωνίας.
Ο νόμος μπορεί να απαιτεί τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών.

Άρθρο 23

Το δικαίωμα στην πληροφόρηση είναι εγγυημένο.
Ο καθένας έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τον νόμο, να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα των κρατικών οργάνων, καθώς και των ατόμων που ασκούν κρατικές λειτουργίες.
Σε όλους δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις των συλλογικά εκλεγμένων οργάνων.

Άρθρο 24

Η ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας είναι εγγυημένη.
Ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει ή να αλλάξει τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του, καθώς και να τις εκφράσει μεμονωμένα ή συλλογικά, στη δημόσια ή ιδιωτική ζωή, μέσω της λατρείας, της εκπαίδευσης, των πρακτικών ή της εκτέλεσης τελετουργιών.
Κανείς δεν μπορεί να αναγκαστεί να συμμετέχει ή όχι σε μια θρησκευτική κοινότητα ή σε θρησκευτικές πρακτικές ή να δημοσιοποιεί τις πεποιθήσεις ή την πίστη του.

Άρθρο 25

Κανείς δεν μπορεί να υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη ή ταπεινωτική τιμωρία ή μεταχείριση.

Άρθρο 26

Κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί να εκτελέσει καταναγκαστική εργασία, εκτός από περιπτώσεις εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, εκτέλεσης στρατιωτικής θητείας ή υπηρεσίας που προκύπτει από κατάσταση έκτακτης ανάγκης, πολέμου ή φυσικής καταστροφής που απειλεί την ανθρώπινη ζωή ή την υγεία.

Άρθρο 27

Κανενός η ελευθερία δεν μπορεί να στερηθεί, εκτός από τις περιπτώσεις και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει ο νόμος.
Δεν επιτρέπεται η έκδοση νόμου για τον περιορισμό της ελευθερίας ενός προσώπου, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)όταν τιμωρείται με φυλάκιση από αρμόδιο δικαστήριο.
β)για μη τήρηση των νόμιμων διαταγμάτων του δικαστηρίου ή για την εκπλήρωση υποχρέωσης που ορίζει ο νόμος.
γ)όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα ή για την παρεμπόδιση διάπραξης από αυτόν ποινικού αδικήματος ή διαφυγής του μετά τη διάπραξη εκ μέρους του.
δ)για την εποπτεία ανηλίκου για σκοπούς εκπαίδευσης ή για τη συνοδεία του σε αρμόδιο όργανο.
ε)όταν ένα άτομο είναι φορέας μεταδοτικής ασθένειας ή είναι ψυχικά ανίκανος και επικίνδυνος για την κοινωνία, για έναν αλκοολικό, για έναν χρήστη ναρκωτικών ή για έναν άστεγο.
στ)για παράνομη είσοδο στα κρατικά σύνορα ή σε περιπτώσεις απέλασης ή έκδοσης.
Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του μόνο και μόνο επειδή δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση.

Άρθρο 28

Κάθε πρόσωπο, το οποίο έχει στερηθεί την ελευθερία του, έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται αμέσως, σε γλώσσα που κατανοεί, για τους λόγους του μέτρου αυτού καθώς και για την καταγγελία που υπάρχει εναντίον του. Κάθε πρόσωπο, το οποίο έχει στερηθεί την ελευθερία του, πρέπει να ενημερώνεται ότι δεν έχει καμία υποχρέωση να προβεί σε δήλωση και έχει το δικαίωμα να επικοινωνήσει αμέσως με δικηγόρο και θα του δοθεί επίσης η δυνατότητα να κατανοήσει τα δικαιώματά του.
Τα πρόσωπα που έχουν χάσει την ελευθερία τους, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 2 στοιχείο γ), πρέπει να παρουσιαστούν εντός 48 ωρών σε δικαστή ο οποίος αποφασίζει για την προφυλάκιση ή την αποφυλάκισή του το αργότερο 48 ώρες από τη στιγμή που λαμβάνει τα έγγραφα για αναθεώρηση.
Ένας προφυλακισμένος έχει το δικαίωμα να προσβάλλει την απόφαση του δικαστή. Έχει το δικαίωμα να δικαστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή να αποφυλακιστεί με εγγύηση.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το πρόσωπο το οποίο στερείται την ελευθερία του εξωδικαστικά μπορεί να απευθυνθεί σε δικαστή ανά πάσα στιγμή, ο οποίος αποφασίζει εντός 48 ωρών σχετικά με τη νομιμότητα της τρέχουσας προσφυγής.
Κάθε κρατούμενος έχει δικαίωμα σε ανθρώπινη μεταχείριση και σεβασμό της αξιοπρέπειάς του.

Άρθρο 29

Κανένας δεν μπορεί να κατηγορηθεί ή να κριθεί ένοχος για ποινικό αδίκημα που δεν θεωρούνταν ως τέτοιο κατά το χρόνο της διάπραξής του, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που κατά τη στιγμή της διάπραξής τους, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Δεν μπορεί να δοθεί τιμωρία αυστηρότερη από εκείνη που προβλεπόταν από τον νόμο κατά τη στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος.
Ένας ευνοϊκός ποινικός νόμος έχει αναδρομική ισχύ.

Άρθρο 30

Ο καθένας θεωρείται αθώος μέχρι η ενοχή του να αποδειχθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Άρθρο 31

Κατά τη διάρκεια μιας ποινικής διαδικασίας, ο καθένας έχει το δικαίωμα:

α) να ενημερώνεται αμέσως και λεπτομερώς για την καταγγελία που διαπράττεται εναντίον του και για τα δικαιώματά του, καθώς και να έχει τη δυνατότητα να ενημερώνει την οικογένειά του ή τους πλησίον του,
β) να έχει χρόνο και επαρκείς εγκαταστάσεις για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του,
γ) να έχει τη συνδρομή χωρίς να πληρώνει μεταφραστή, όταν δεν μιλάει ή δεν καταλαβαίνει την αλβανική γλώσσα,
δ) να υπερασπίζεται ο ίδιος ή με τη βοήθεια νομικού που επιλέγει ο ίδιος. Να επικοινωνεί ελεύθερα και ιδιωτικά μαζί του, καθώς και να είναι βέβαιος για την ελεύθερη υπεράσπιση όταν δεν διαθέτει επαρκή μέσα.
ε) να αμφισβητήσει τους μάρτυρες που είναι παρόντες και να ζητήσει την παρουσία μαρτύρων, εμπειρογνωμόνων και άλλων προσώπων που μπορούν να διευκρινίσουν τα γεγονότα.

Άρθρο 32

Κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί να καταθέσει κατά του εαυτού του ή της οικογένειάς του ή να ομολογήσει την ενοχή του.
Κανένας δεν μπορεί να κηρυχθεί ένοχος βάσει δεδομένων που συλλέγονται κατά παράνομο τρόπο.

Άρθρο 33

Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα ακρόασης πριν δικαστεί.
Ένα άτομο που αποφεύγει τη δικαιοσύνη δεν μπορεί να επωφεληθεί από αυτό το δικαίωμα.

Άρθρο 34

Κανείς δεν μπορεί να τιμωρηθεί περισσότερο από μία φορά για το ίδιο ποινικό αδίκημα ούτε να δικαστεί εκ νέου, εκτός από περιπτώσεις όπου η εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης αποφασίζεται από ανώτερο δικαστήριο, κατά τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.

Άρθρο 35

Κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί, εκτός εάν ο νόμος το απαιτεί, να δημοσιοποιεί δεδομένα που συνδέονται με το πρόσωπό του.
Η συλλογή, χρήση και δημοσιοποίηση δεδομένων σχετικά με ένα πρόσωπο γίνεται μόνο με τη συγκατάθεσή του, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο.
Ο καθένας έχει το δικαίωμα να γνωρίζει τα δεδομένα που συλλέγονται για αυτόν, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος.
Ο καθένας έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση ή την εξάλειψη αναληθών ή ελλιπών δεδομένων ή δεδομένων που συλλέγονται κατά παράβαση του νόμου.

Άρθρο 36

Η ελευθερία και το απόρρητο της αλληλογραφίας ή άλλων μέσων επικοινωνίας είναι εγγυημένα.

Άρθρο 37

Το απαραβίαστο της κατοικίας είναι εγγυημένο.
Οι έρευνες σε κατοικίες, καθώς και σε χώρους που αποτελούν μέρος της, μπορούν να γίνουν μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και σύμφωνα με τον νόμο.
Κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε προσωπική έρευνα εκτός της ποινικής διαδικασίας, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εισόδου στο έδαφος του κράτους και την αποχώρησή του ή για την αποφυγή άμεσου κινδύνου που απειλεί τη δημόσια ασφάλεια.

Άρθρο 38

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να επιλέξει τον τόπο διαμονής του και να μετακινηθεί ελεύθερα σε οποιοδήποτε μέρος του εδάφους του κράτους.
Κάθε πρόσωπο μπορεί να βγει ελεύθερα από το κράτος.

Άρθρο 39

Κανένας Αλβανος πολίτης δεν μπορεί να απελαθεί από το έδαφος του κράτους.
Η έκδοση μπορεί να επιτραπεί μόνο εφόσον προβλέπεται ρητά σε διεθνείς συμφωνίες, στις οποίες η Δημοκρατία της Αλβανίας είναι συμβαλλόμενο μέρος, και μόνο με δικαστική απόφαση.
Απαγορεύεται η συλλογική απέλαση αλλοδαπών. Η απέλαση ατόμων επιτρέπεται υπό τους όρους που ορίζει ο νόμος.

Άρθρο 40

Οι αλλοδαποί έχουν δικαίωμα να καταφύγουν στη Δημοκρατία της Αλβανίας σύμφωνα με τον νόμο.

Άρθρο 41

Η ελευθερία, η ιδιοκτησία και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο Σύνταγμα και στον νόμο δεν μπορούν να παραβιαστούν χωρίς την κατάλληλη διαδικασία.
Ο καθένας, για να προστατεύσει τα συνταγματικά και νομικά του δικαιώματα, ελευθερίες και συμφέροντα ή σε περίπτωση κατηγορίας που του έχει αποδοθεί, έχει το δικαίωμα δίκαιης και δημόσιας δίκης, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο σύμφωνα με τον νόμο.

Άρθρο 42

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εφεσιβάλλει μία δικαστική απόφαση σε ανώτερο δικαστήριο, εκτός εάν το Σύνταγμα ορίζει διαφορετικά.

Άρθρο 43

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να αποκατασταθεί και/ή να αποζημιωθεί σύμφωνα με τον νόμο αν έχει πληγεί λόγω παράνομης πράξης, ενέργειας ή παράλειψης δράσης των κρατικών οργάνων.

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες

Άρθρο 44

Κάθε πολίτης που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, ακόμη και κατά την ημερομηνία των εκλογών, έχει δικαίωμα ψήφου.
Οι πολίτες που έχουν κηρυχθεί νοητικά ανίκανοι από τελεσίδικη δικαστική απόφαση δεν έχουν δικαίωμα ψήφου.
Οι καταδικασθέντες που εκτίουν ποινή που τους στερεί την ελευθερία έχουν μόνο το δικαίωμα να εκλέξουν.
Η ψηφοφορία είναι προσωπική, ισότιμη, ελεύθερη και μυστική.
Άρθρο 45

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να οργανώνεται συλλογικά για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό.
Η εγγραφή των οργανώσεων ή των ενώσεων στο δικαστήριο γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τον νόμο.
Οι οργανώσεις ή οι εταιρείες που ασκούν αντισυνταγματικούς σκοπούς απαγορεύονται σύμφωνα με τον νόμο.
Άρθρο 46

Εγγυάται η ελευθερία ειρηνικών συναντήσεων και συναντήσεων χωρίς όπλα, καθώς και η συμμετοχή σε αυτές.
Ειρηνικές συναντήσεις σε πλατείες και χώρους δημόσιας διέλευσης διεξάγονται σύμφωνα με τον νόμο.
Άρθρο 47 Ο καθένας, από μόνος του ή μαζί με άλλους, μπορεί να απευθύνει αιτήματα, καταγγελίες ή σχόλια στα δημόσια όργανα, τα οποία είναι υποχρεωμένα να απαντήσουν μέσα στις προθεσμίες και με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.

Κεφάλαιο IV: Οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα και ελευθερίες
Άρθρο 48

Το δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας είναι εγγυημένο.
Η ιδιοκτησία μπορεί να αποκτηθεί με δωρεά, κληρονομιά, αγορά ή οποιοδήποτε άλλο μέσο που προβλέπεται από τον Αστικό Κώδικα.
Ο νόμος μπορεί να προβλέπει απαλλοτριώσεις ή περιορισμούς κατά την άσκηση δικαιώματος ιδιοκτησίας μόνο για δημόσια συμφέροντα.
Οι απαλλοτριώσεις ή οι περιορισμοί ενός δικαιώματος ιδιοκτησίας που ισοδυναμούν με απαλλοτρίωση επιτρέπονται μόνο με δίκαιη αποζημίωση.
Για διαφωνίες σχετικά με την έκταση της αποζημίωσης, μια καταγγελία μπορεί να κατατεθεί στο δικαστήριο.
Άρθρο 49

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να βγάζει τα προς το ζην με νόμιμη εργασία που έχει επιλέξει ή αποδεχθεί. Είναι ελεύθερος να επιλέξει το επάγγελμά του και τον τόπο εργασίας του, καθώς και το δικό του σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης.
Οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα στην κοινωνική προστασία της εργασίας.
Άρθρο 50 Οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες έχουν το δικαίωμα να ενωθούν ελεύθερα σε εργατικά συνδικάτα για την υπεράσπιση των εργασιακών τους συμφερόντων.

Άρθρο 51

Το δικαίωμα των εργατών στην απεργία σε σχέση με τις εργασιακές τους σχέσεις είναι εγγυημένο.
Περιορισμοί σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων μπορούν να θεσπιστούν από τον νόμο για τη διασφάλιση βασικών κοινωνικών υπηρεσιών.
Άρθρο 52

Ο καθένας έχει δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης όταν γεράσει ή όταν αδυνατεί να εργαστεί, σύμφωνα με ένα σύστημα που ορίζει ο νόμος.
Εργαζόμενοι που παραμένουν χωρίς εργασία ακούσια και οι οποίοι δεν έχουν άλλα μέσα υποστήριξης έχουν το δικαίωμα να λάβουν βοήθεια σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από τον νόμο.
Άρθρο 53

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να παντρευτεί και να αποκτήσει οικογένεια.
Ο γάμος και η οικογένεια απολαμβάνουν ειδική προστασία του κράτους.
Η σύναψη και η λύση του γάμου ρυθμίζονται από τον νόμο.
Άρθρο 54

Τα παιδιά, οι νέοι, οι έγκυες και οι νέες μητέρες έχουν δικαίωμα σε ειδική προστασία από το κράτος.
Τα παιδιά που γεννιούνται εκτός γάμου έχουν ίσα δικαιώματα με τα γεννηθέντα σε γάμο.
Κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να προστατεύεται από τη βία, την κακομεταχείριση, την εκμετάλλευση και τη χρήση του για εργασία κάτω από την ελάχιστη νόμιμη ηλικία για εργασία, η οποία μπορεί να βλάψει την υγεία και την ηθική ή να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή την κανονική ανάπτυξή του.
Άρθρο 55 Όλοι οι πολίτες απολαμβάνουν την υγειονομική περίθαλψη από το κράτος με τον ίδιο τρόπο.

Διαβάστε  Κρατούν εικόνες του Βασιλιά, του Μεταξά, του Καταδρομικού ΕΛΛΗ με την επιγραφή "Δεν λησμονούμε"

Άρθρο 56 Ο καθένας έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για την κατάσταση του περιβάλλοντος και την προστασία του.

Άρθρο 57

Ο καθένας έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση.
Η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση καθορίζεται από τον νόμο.
Η γενική δημόσια σχολική εκπαίδευση είναι ανοικτή για όλους.
Η επαγγελματική εκπαίδευση και η ανώτατη εκπαίδευση μπορούν να εξαρτώνται μόνο από κριτήρια ικανότητας.
Η εκπαίδευση στα δημόσια σχολεία είναι δωρεάν.
Ο νόμος μπορεί να προβλέπει πληρωμές για υπηρεσίες που παρέχονται από ιδρύματα ανώτερης δημόσιας εκπαίδευσης.
Οι μαθητές και οι σπουδαστές μπορούν επίσης να εκπαιδεύονται σε ιδιωτικά σχολεία όλων των επιπέδων, τα οποία δημιουργούνται και λειτουργούν βάσει νόμου.
Η αυτονομία και η ακαδημαϊκή ελευθερία των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διασφαλίζονται από τον νόμο.
Άρθρο 58

Η ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της επιστημονικής έρευνας, η χρήση (των αποτελεσμάτων) τους και η εκμετάλλευσή τους είναι εγγυημένες για όλους.
Τα πνευματικά δικαιώματα προστατεύονται από τον νόμο.
Κεφάλαιο V: Κοινωνικοί στόχοι
Άρθρο 59

Το κράτος, στο πλαίσιο των συνταγματικών του εξουσιών και των μέσων που έχει στη διάθεσή του, αποσκοπεί στη συμπλήρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ευθύνης με:
α) απασχόληση υπό κατάλληλες συνθήκες για όλα τα άτομα που μπορούν να εργαστούν
β) εκπλήρωση των στεγαστικών αναγκών των πολιτών του
γ) την απαραίτητη ιατρική περίθαλψη για τους πολίτες του
δ) εκπαίδευση και προσόντα ανάλογα με την ικανότητα των παιδιών και των νέων, καθώς και των ανέργων
ε) δημιουργία κατάλληλου περιβάλλοντος για τις σημερινές και τις μελλοντικές γενιές
στ) ανάπτυξη του αθλητισμού και των δραστηριοτήτων αναψυχής
ζ) αποκατάσταση της υγείας, εξειδίκευση της εκπαίδευσης και κοινωνική ενσωμάτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην κοινωνία, καθώς και συνεχής βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους.
Οι κοινωνικοί στόχοι δεν είναι δικαιώματα, η εφαρμογή των οποίων μπορεί να επιβληθεί απευθείας στο δικαστήριο. Ο νόμος καθορίζει τους όρους και την έκταση στην οποία μπορεί να εφαρμοστεί η υλοποίηση αυτών των στόχων.
Κεφάλαιο VI: Συνήγορος του Λαού
Άρθρο 60

Ο Συνήγορος του Λαού υπερασπίζεται τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τα νόμιμα συμφέροντα των πολιτών από παράνομες ενέργειες ή αποτυχίες των οργάνων της δημόσιας διοίκησης.
Ο Συνήγορος του Λαού είναι ανεξάρτητος κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Ο Συνήγορος του Λαού έχει δικό του προϋπολογισμό. Προτείνει το σχέδιο σύμφωνα με τον νόμο.
Άρθρο 61

Ο Συνήγορος του Λαού εκλέγεται από τα τρία πέμπτα όλων των μελών της Συνέλευσης για περίοδο πέντε ετών, με δικαίωμα επανεκλογής.
Κάθε Αλβανός πολίτης με γνώσεις και αναγνωρισμένη δραστηριότητα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να εκλεγεί Συνήγορος του Λαού.
(3) Ο Συνήγορος του Λαού απολαμβάνει δικαστικής ασυλίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (4) Ο Συνήγορος του Λαού δεν μπορεί να συμμετέχει σε κανένα πολιτικό κόμμα, να ασκεί οποιαδήποτε άλλη πολιτική, κρατική ή επαγγελματική δραστηριότητα ούτε να συμμετέχει στα όργανα διοίκησης των κοινωνικών, οικονομικών και εμπορικών οργανισμών.

Άρθρο 62

Ο Συνήγορος του Λαού μπορεί να απαλλαγεί μόνο κατόπιν αιτιολογημένης καταγγελίας τουλάχιστον του ενός τρίτου των βουλευτών.
Στην περίπτωση αυτή, η Συνέλευση αποφασίζει με τα τρία πέμπτα όλων των μελών της.
Άρθρο 63

Ο Συνήγορος του Λαού υποβάλλει ετήσια αναφορά στη Συνέλευση.
Ο Συνήγορος του Λαού απαντά στη Συνέλευση όταν του ζητείται και μπορεί επίσης να ζητήσει να ακροαστεί από τη Συνέλευση για θέματα που θεωρεί σημαντικές.
Ο Συνήγορος του Λαού έχει το δικαίωμα να διατυπώνει συστάσεις και να προτείνει μέτρα όταν παρατηρεί παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών από τη δημόσια διοίκηση.
Τα δημόσια όργανα και οι υπάλληλοι υποχρεούνται να προσκομίζουν στον Συνήγορο του Λαού όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που του ζητούνται.
Μέρος ΙΙΙ: Η Συνέλευση
Κεφάλαιο I: Εκλογή και θητεία
Άρθρο 64

Η Συνέλευση αποτελείται από τουλάχιστον 140 βουλευτές.
100 βουλευτές εκλέγονται απευθείας σε μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες με περίπου τον ίδιο αριθμό ψηφοφόρων.
Συμπληρωματικές έδρες παρέχονται στα κόμματα ή στον συνασπισμό των κομμάτων από τους καταλόγους των υποψηφίων τους κατ’ αναλογία των ψήφων που έχουν κερδίσει οι αντίστοιχοι υποψήφιοι σε εθνική κλίμακα στον πρώτο γύρο.
Τα κόμματα που λαμβάνουν λιγότερο από 3% των έγκυρων ψήφων σε εθνικό επίπεδο δεν επωφελούνται από συμπληρωματικές έδρες.
Άρθρο 65

Η Συνέλευση εκλέγεται για τέσσερα χρόνια.
Οι εκλογές για τη Συνέλευση διεξάγονται εντός 60 έως 30 ημερών πριν από το τέλος της θητείας και το αργότερο εντός 45 ημερών μετά τη διάλυση της.
Η εντολή της Συνέλευσης συνεχίζεται μέχρι την πρώτη συνεδρίαση της νέας Συνέλευσης. Σε αυτό το διάστημα, η Συνέλευση δεν μπορεί να ψηφίζει νόμους ή να λαμβάνει αποφάσεις, εκτός από επείγουσες περιπτώσεις.
Άρθρο 66 Η εντολή της Συνέλευσης επεκτείνεται μόνο στην περίπτωση του πολέμου και όσο συνεχίζεται. Όταν η Συνέλευση διαλύεται, συγκαλείται και πάλι.

Άρθρο 67

Η Συνέλευση που μόλις εξελέγη καλείται στην πρώτη συνεδρίασή της από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το αργότερο 20 ημέρες μετά την ολοκλήρωση των εκλογών.
Εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ασκήσει την εξουσία αυτή, η Συνέλευση συνεδριάζει εντός 10 ημερών από τη λήξη του ορίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Κεφάλαιο II: Οι Βουλευτές
Άρθρο 68

Οι υποψηφιότητες βουλευτών μπορούν να υποβάλλονται μόνο από πολιτικά κόμματα και ψηφοφόρους.
Οι κανόνες για τον ορισμό των υποψηφίων για την εκλογή, την οργάνωση και διεξαγωγή των εκλογών, καθώς και ο ορισμός των εκλογικών περιφερειών και οι όροι ισχύος των εκλογών ρυθμίζονται από νόμο.
Άρθρο 69

Χωρίς παραίτηση από το αξίωμα τους, δεν επιτρέπεται να κηρύσσονται υποψήφιοι ούτε να εκλέγονται βουλευτές:
α) δικαστές, εισαγγελείς
β) στρατιωτικοί σε ενεργό υπηρεσία
γ) το προσωπικό της αστυνομίας και της Εθνικής Ασφάλειας
δ) οι πρόεδροι των δήμων και κοινοτήτων καθώς και οι νομάρχες στους τόπους όπου εκτελούν τα καθήκοντά τους
ε) οι πρόεδροι και τα μέλη των εκλογικών επιτροπών
στ) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ανώτεροι υπάλληλοι της κρατικής διοίκησης που προβλέπονται από τον νόμο, εκτός από τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, τον Συνήγορο του Λαού, τον Πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους του Ανώτατου Κρατικού Ελέγχου, τον Γενικό Διευθυντή της Ραδιοτηλεόρασης
Η έδρα που αποκτήθηκε κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου είναι άκυρη.
Άρθρο 70

Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν τον λαό και δεν δεσμεύονται από καμία υποχρεωτική εντολή.
Δεν μπορούν να ασκήσουν ταυτόχρονα οποιαδήποτε άλλη δημόσια υποχρέωση. Ένας βουλευτής μπορεί να είναι μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου. Άλλες περιπτώσεις ασυμβατότητας καθορίζονται από τον νόμο.
Οι βουλευτές δεν επιτρέπεται να ασκούν κερδοσκοπική δραστηριότητα που προέρχεται από την κυριότητα του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης και δεν μπορεί να αποκτήσει την περιουσία τους.
Για κάθε παράβαση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, κατόπιν αιτήματος του προέδρου της Συνέλευσης ή του ενός δέκατου των μελών της, η Συνέλευση αποστέλλει το ζήτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο καθορίζει το ασυμβίβαστο.
Άρθρο 71

Η εντολή του βουλευτή ξεκινά την ημέρα της αναγνώρισης της εκλογής του από την εκλογική επιτροπή.
Η εντολή του βουλευτή λήγει ή θεωρείται άκυρη, ανάλογα με την περίπτωση:
α) όταν δεν ορκίζεται
β) όταν παραιτείται από την εντολή
γ) όταν διαπιστώνεται μία από τις προϋποθέσεις μη αποδοχής που προβλέπονται στα άρθρα 69 και 70 παράγραφοι 2 και 3
δ) όταν λήγει η περίοδος της Συνέλευσης
ε) όταν απουσιάζει για περισσότερους από έξι συνεχείς μήνες από τη Συνέλευση χωρίς λόγο.
Άρθρο 72 Πριν ξεκινήσουν την άσκηση των καθηκόντων τους, οι βουλευτές δίνουν τον όρκο τους ενώπιον της Συνέλευσης.

Άρθρο 73

Ο βουλευτής δεν φέρει ευθύνη για τις απόψεις που εκφέρει και τις ψήφους που δίνει στη συνέλευση. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμισης.
Ο βουλευτής δεν μπορεί να κρατηθεί ή να συλληφθεί χωρίς την έγκριση της Συνέλευσης.
Μπορεί να κρατηθεί ή να συλληφθεί στην πράξη χωρίς άδεια, μόνο όταν πιάστηκε κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη διάπραξη ενός σοβαρού εγκλήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο Γενικός Εισαγγελέας ειδοποιεί αμέσως τη Συνέλευση, η οποία, όταν κρίνει ότι η διαδικασία είναι άτοπη, αποφασίζει να άρει το μέτρο.
Για θέματα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, η Συνέλευση αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία.
Κεφάλαιο III: Οργάνωση και λειτουργία
Άρθρο 74

Η Συνέλευση διεξάγει το ετήσιο έργο της σε δύο συνόδους. Η πρώτη σύνοδος αρχίζει την τρίτη Δευτέρα του Ιανουαρίου και η δεύτερη σύνοδος την πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου.
Η Συνέλευση συνεδριάζει εκτάκτως όταν ζητηθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό ή το ένα πέμπτο των βουλευτών.
Οι έκτακτες σύνοδοι καλούνται από τον Πρόεδρο της Συνέλευσης βάσει συγκεκριμένης ημερήσιας διάταξης.
Άρθρο 75

Η Συνέλευση εκλέγει και απαλλάσσει τον πρόεδρό της.
Η Συνέλευση οργανώνεται και λειτουργεί σύμφωνα με κανονισμούς που έχουν εγκριθεί από την πλειοψηφία όλων των μελών.
Άρθρο 76

Ο Πρόεδρος προεδρεύει των συζητήσεων, διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων της Συνέλευσης και των μελών της, καθώς και εκπροσωπεί τη Συνέλευση στις σχέσεις με άλλους.
Άλλες υπηρεσίες που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία της Συνέλευσης εκτελούνται από άλλους υπαλλήλους, όπως ορίζεται στους εσωτερικούς κανονισμούς.
Ο ανώτατος υπάλληλος της Συνέλευσης είναι ο Γενικός Γραμματέας.
Άρθρο 77

Η Συνέλευση επιλέγει μόνιμες επιτροπές από τις τάξεις της και μπορεί επίσης να συγκροτεί ειδικές επιτροπές.
Η Συνέλευση έχει το δικαίωμα, και κατόπιν αιτήσεως του ενός τέταρτου των μελών της είναι υποχρεωμένη να ορίσει εξεταστικές επιτροπές για να εξετάσουν ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Τα συμπεράσματά της δε δεσμεύουν τα δικαστήρια, αλλά μπορούν να ενημερώσουν το γραφείο του εισαγγελέα, το οποίο τα αξιολογεί σύμφωνα με τη νομική διαδικασία.
Οι εξεταστικές επιτροπές λειτουργούν σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζει ο νόμος.
Άρθρο 78

Η Συνέλευση αποφασίζει πλειοψηφικά, όταν είναι παρόντα περισσότερα από τα μισά μέλη της, εκτός από τις περιπτώσεις όπου το Σύνταγμα προβλέπει ειδική πλειοψηφία.
Οι συνεδριάσεις των βουλευτών, οι οποίες δε συγκαλούνται σύμφωνα με τους κανονισμούς, δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα.
Άρθρο 79

Οι συνεδριάσεις της Συνέλευσης είναι ανοικτές.
Κατόπιν αιτήματος του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πρωθυπουργού ή του ενός πέμπτου των βουλευτών, συνεδριάσεις της Συνέλευσης μπορεί να είναι κλειστές, όταν η πλειοψηφία όλων των μελών της την υπερψήφισαν.
Άρθρο 80

Ο Πρωθυπουργός και κάθε άλλο μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου υποχρεούται να απαντά σε επερωτήσεις και ερωτήσεις των βουλευτών εντός τριών εβδομάδων.
Μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στις συνεδριάσεις της Συνέλευσης ή των επιτροπών της. Ο λόγος του δίνεται όποτε το ζητήσει.
Κεφάλαιο IV: Η νομοθετική διαδικασία
Άρθρο 81

Το Υπουργικό Συμβούλιο, κάθε βουλευτής και 20.000 ψηφοφόροι έχουν το δικαίωμα να προτείνουν νόμους.
Τα ακόλουθα εγκρίνονται με την πλειοψηφία που ορίζεται στο άρθρο 87:
α) οι νόμοι για την οργάνωση και τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων που προβλέπονται στο Σύνταγμα
β) ο νόμος περί ιθαγένειας
γ) ο νόμος περί εθνικών και τοπικών εκλογών
δ) ο νόμος για τα δημοψηφίσματα
ε) οι κώδικες
στ) ο νόμος για κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης
ζ) ο νόμος για το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων
η) ο νόμος περί αμνηστίας
θ) ο νόμος περί διοικητικών υποδιαιρέσεων της Δημοκρατίας
Άρθρο 82

Η πρόταση νόμου, όταν συμβαίνει αυτό, συνοδεύεται πάντα από έκθεση που δικαιολογεί τα χρηματοοικονομικά έξοδα για την εφαρμογή του.
Δεν μπορεί να εγκριθεί κανένα μη κυβερνητικό σχέδιο νόμου που να απαιτεί αύξηση του κρατικού προϋπολογισμού ή μείωση του εισοδήματος χωρίς να λάβει τη γνώμη του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία θα δοθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του σχεδίου νόμου.
Σε περίπτωση που το Υπουργικό Συμβούλιο δεν απαντήσει εντός της προαναφερόμενης περιόδου, το σχέδιο νόμου περνά από εξέταση σύμφωνα με τη διαδικασία.
Άρθρο 83

Ένα σχέδιο νόμου ψηφίζεται τρεις φορές. Κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολό του.
Η Συνέλευση μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Υπουργικού Συμβουλίου, να επανεξετάσει και να εγκρίνει σχέδιο νόμου με ταχεία διαδικασία, αλλά όχι νωρίτερα από μία εβδομάδα από την έναρξη της διαδικασίας επανεξέτασης.
Η ταχεία διαδικασία δεν επιτρέπεται για την αναθεώρηση των σχεδίων νόμων που προβλέπονται στο άρθρο 81 παράγραφος 2, με εξαίρεση το στοιχείο στ).
Άρθρο 84

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τον εγκεκριμένο νόμο εντός 20 ημερών.
Ένας νόμος θεωρείται ότι έχει εκδοθεί, εάν εντός 20 ημερών ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν επιστρέψει τον νόμο προς επανεξέταση στη Συνέλευση.
Ο νόμος αρχίζει να ισχύει με το πέρασμα τουλάχιστον 15 ημερών από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Σε περίπτωση έκτακτων μέτρων, όταν η Συνέλευση αποφασίζει με πλειοψηφία όλων των μελών της και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει τη συγκατάθεσή του, ένας νόμος μπορεί να τεθεί σε ισχύ αμέσως, αλλά μόνο μετά την δημοσιοποίησή του. Ο νόμος δημοσιεύεται στο πρώτο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβέρνησης.
Άρθρο 85

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα να επιστρέψει νόμο για αναθεώρηση μόνο μία φορά.
Το διάταγμα του Προέδρου για την αναθεώρηση νόμου χάνει την ισχύ του όταν η πλειοψηφία όλων των μελών της Συνέλευσης καταψηφίσει τον νόμο.
Κεφάλαιο V: Το Συμβούλιο της Συνέλευσης
Άρθρο 86

Το Συμβούλιο είναι τμήμα της Συνέλευσης της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Αποτελείται από 25 μέλη.
Το Συμβούλιο εκλέγεται από τα μέλη της Συνέλευσης στην αρχή της πρώτης συνόδου.
Η εκπροσώπηση στο Συμβούλιο γίνεται αναλογικά με τον αριθμό των εδρών των κομμάτων στη Συνέλευση. Τα συμβαλλόμενα κόμματα που υπερβαίνουν το κατώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 64 παράγραφος 4, εκπροσωπούνται στο Συμβούλιο με περισσότερα από ένα μέλος.
Για τα σχέδια νόμων που εξετάζονται από το Συμβούλιο, τα μέλη του δεν μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις των επιτροπών της Συνέλευσης. Έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν και να ψηφίζουν στην Ολομέλεια της Συνέλευσης.
Άρθρο 87

Το Συμβούλιο της Συνέλευσης:
α) εξετάζει προκαταρκτικά τα σχέδια νόμων που προβλέπονται στο άρθρο 81 παράγραφος 2 του Συντάγματος
β) γνωμοδοτεί επί συγκεκριμένων θεμάτων, εφόσον το ζητήσει η Συνέλευση.
Άρθρο 88

Το Συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία τριών πέμπτων όλων των μελών του.
Σε κάθε περίπτωση η απόφαση αποστέλλεται προς επανεξέταση στη Συνέλευση εντός 3 ημερών. Όταν η Συνέλευση έχει την ίδια γνώμη, εγκρίνει το σχέδιο νόμου με πλειοψηφία όλων των μελών της. Σε αντίθετες περιπτώσεις, η Συνέλευση μπορεί να αντικαταστήσει την απόφαση του Συμβουλίου με τα τρία πέμπτα όλων των μελών της.
Όταν η Συνέλευση δεν επιτύχει την απαιτούμενη πλειοψηφία, η αναθεώρηση του σχεδίου νόμου αναβάλλεται για την επόμενη συνεδρίαση της Συνέλευσης, η οποία θα αποφασίσει με πλειοψηφία όλων των μελών της.
Όταν το Συμβούλιο δεν μπορεί να λάβει απόφαση, το σχέδιο νόμου αποστέλλεται στη Συνέλευση, η οποία μπορεί να εγκρίνει τον νόμο με τα τρία πέμπτα των μελών της. Όταν δεν επιτευχθεί αυτή η πλειοψηφία, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
Για τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 περίπτωση β), το Συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία όλων των μελών του.
Μέρος IV: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
Άρθρο 89

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο αρχηγός του κράτους και αντιπροσωπεύει την ενότητα του λαού.
Μόνον Αλβανός πολίτης, ο οποίος κατοικεί τουλάχιστον 10 έτη στην Αλβανία και έχει συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας του, μπορεί να εκλεγεί Πρόεδρος.
Άρθρο 90

Ο υποψήφιος για τη θέση του Προέδρου προτείνεται στη Συνέλευση από ομάδα τουλάχιστον 20 μελών. Ένα μέλος δεν επιτρέπεται να συμμετέχει σε περισσότερες από μία προτείνουσες ομάδες.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται με μυστική ψηφοφορία και χωρίς συζήτηση από τη Συνέλευση με πλειοψηφία τριών πέμπτων όλων των μελών της.
Όταν αυτή η πλειοψηφία δεν επιτευχθεί κατά την πρώτη ψηφοφορία, πραγματοποιείται δεύτερη ψηφοφορία εντός 7 ημερών από την ημέρα της πρώτης ψηφοφορίας.
Όταν αυτή η πλειοψηφία δεν επιτευχθεί ακόμη και κατά τη δεύτερη ψηφοφορία, πραγματοποιείται τρίτη ψηφοφορία εντός 7 ημερών.
Όταν υπάρχουν περισσότεροι από ένας υποψήφιοι και κανείς από αυτούς δεν έχει λάβει την απαιτούμενη πλειοψηφία, εντός 7 ημερών πραγματοποιείται τέταρτη ψηφοφορία μεταξύ των δύο υποψηφίων που έχουν λάβει τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων.
Εάν και στην τέταρτη ψηφοφορία κανείς από τους δύο υποψηφίους δεν έχει λάβει την απαιτούμενη πλειοψηφία, πραγματοποιείται μία πέμπτη.
Αν και στην πέμπτη ψηφοφορία κανείς από τους δύο υποψηφίους δεν έχει λάβει την απαιτούμενη πλειοψηφία, η συνέλευση διαλύεται και εντός 60 ημερών διεξάγονται νέες εθνικές εκλογές.
Η νέα Συνέλευση εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με πλειοψηφία όλων των μελών της.
Άρθρο 91

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται πάντοτε για 5 χρόνια, με δικαίωμα επανεκλογής μόνο μία φορά.
Η εκλογή του Προέδρου γίνεται το αργότερο 30 ημέρες πριν από το τέλος της προηγούμενης προεδρικής εντολής.
Ο Πρόεδρος αρχίζει τα καθήκοντά του επισήμως αφού ορκιστεί ενώπιον της Συνέλευσης, αλλά όχι πριν ολοκληρωθεί η εντολή του Προέδρου που αποχωρεί. Ο Πρόεδρος ορκίζεται ως εξής:
«Ορκίζομαι ότι θα υπακούω στο Σύνταγμα και τους νόμους της χώρας, ότι θα σεβαστώ τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, θα προστατεύσω την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας και θα υπηρετήσω το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του αλβανικού λαού».
Ο Πρόεδρος μπορεί να προσθέσει: «Λοιπόν βοήθησέ με Θεέ μου!»
Ο Πρόεδρος ο οποίος παραιτείται πριν από τη λήξη της θητείας του δεν μπορεί να είναι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές που διεξάγονται μετά την παραίτησή του.
Άρθρο 92 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε άλλη δημόσια δραστηριότητα, να είναι μέλος ενός κόμματος ή να ασκεί οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα.

Άρθρο 93

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι υπεύθυνος για πράξεις που εκτελούνται κατά την άσκηση του καθήκοντός του.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να παυθεί για σοβαρές παραβιάσεις του Συντάγματος. Στις περιπτώσεις αυτές, πρόταση για την παύση του Προέδρου μπορεί να υποβληθεί από το ένα τέταρτο τουλάχιστον των μελών της Συνέλευσης και να υποστηριχθεί από τουλάχιστον τα δύο τρίτα των μελών της.
Η απόφαση της Συνέλευσης αποστέλλεται στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο, όταν επαληθεύσει την ενοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ανακηρύσσει την παύση του.
Άρθρο 94

Όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προσωρινά αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του ή η θέση παραμένει κενή, ο Πρόεδρος της Συνέλευσης αντικαθιστά και ασκεί τις εξουσίες του. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν μπορεί να ασκήσει τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 85 και 95, στοιχεία α) και ι), καθώς και στο άρθρο 162, παράγραφος 1.
Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος δεν μπορεί να ασκήσει το καθήκον του για περισσότερο από 60 ημέρες, η Συνέλευση με τα δύο τρίτα όλων των μελών της αποφασίζει να αποστείλει το θέμα στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο επαληθεύει τελεσίδικα το γεγονός της μη ικανότητάς του. Σε περίπτωση επαλήθευσης της μη ικανότητας, η θέση του Προέδρου παραμένει κενή. Στην περίπτωση αυτή, η εκλογή του νέου Προέδρου ξεκινά εντός 10 ημερών από την ημερομηνία της επαλήθευσης της μη ικανότητας.
Άρθρο 95 Ο Πρόεδρος ασκεί επίσης αυτές τις εξουσίες:

α) απευθύνει διαγγέλματα στη συνέλευση
β) ασκεί το δικαίωμα χάριτος σύμφωνα με το νόμο
γ) χορηγεί την αλβανική υπηκοότητα και επιτρέπει την αποποίησή της σύμφωνα με τον νόμο
δ) δίνει παράσημα και τιμητικούς τίτλους σύμφωνα με τον νόμο
ε) κατέχει τον μεγαλύτερο στρατιωτικό βαθμό σύμφωνα με τον νόμο
στ) κατόπιν πρότασης του Πρωθυπουργού, διορίζει και αποσύρει πληρεξουσίους αντιπροσώπους της Δημοκρατίας της Αλβανίας σε άλλα κράτη και διεθνείς οργανισμούς
ζ) δέχεται επιστολές διαπιστευτηρίων και απόσυρσης διπλωματικών εκπροσώπων άλλων κρατών και διεθνών οργανισμών που έχουν διαπιστευθεί σε αυτόν
η) υπογράφει διεθνείς συμφωνίες σύμφωνα με τον νόμο
θ) κατόπιν πρότασης του Πρωθυπουργού, διορίζει τον Διευθυντή του Τμήματος Εθνικής Ασφάλειας
ι) διορίζει πρυτάνεις πανεπιστημίων μετά από πρόταση των εκπροσώπων του συμβουλίου τους
ια) ορίζει την ημερομηνία των εκλογών για τη Συνέλευση, τα όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης και τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος
ιβ) ζητεί γραπτές γνώμες και πληροφορίες από τους διευθυντές κρατικών θεσμικών οργάνων για θέματα που αφορούν τα καθήκοντά τους.
Άρθρο 96 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά την άσκηση των εξουσιών του, εκδίδει διατάγματα.

Διαβάστε  Ο Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης

Άρθρο 97 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να ασκεί άλλες εξουσίες εκτός από εκείνες που αναγνωρίζονται ρητώς στο Σύνταγμα και σε νόμους που εκδίδονται σύμφωνα με αυτό.

Μέρος V: Το Υπουργικό Συμβούλιο
Άρθρο 98

Το Υπουργικό Συμβούλιο αποτελείται από τον πρωθυπουργό, τον αναπληρωτή πρωθυπουργό και τους υπουργούς.
Το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί κάθε κρατική λειτουργία που δεν ανατίθεται σε άλλα όργανα κρατικής εξουσίας ή στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Άρθρο 99

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στην έναρξη συνόδου του νομοθετικού σώματος, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η θέση κενωθεί, ορίζει ως πρωθυπουργό τον υποψήφιο που υποβάλλει το κόμμα ή ο συνασπισμός των κομμάτων που έχουν την πλειοψηφία των εδρών στη Συνέλευση.
Ο Πρωθυπουργός, εντός 10 ημερών από τον διορισμό του, υποβάλλει προς έγκριση στη Συνέλευση το πρόγραμμα πολιτικής του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και τη σύνθεσή του.
Άρθρο 100

Αν ο πρωθυπουργός δεν εγκριθεί, η Συνέλευση εκλέγει νέο πρωθυπουργό εντός 15 ημερών από την ψηφοφορία.
Εάν η εκλογή δεν πραγματοποιηθεί εντός αυτής της χρονικής περιόδου, η Συνέλευση εντός των επόμενων επτά ημερών πραγματοποιεί νέα εκλογή Πρωθυπουργού.
Αν ο εκλεγμένος λάβει τις ψήφους της πλειοψηφίας όλων των μελών της Συνέλευσης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον διορίζει εντός επτά ημερών
Όταν η πλειοψηφία αυτή δεν επιτευχθεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Συνέλευση εντός επτά ημερών.
Άρθρο 101 Ο Πρωθυπουργός που εκλέγεται σύμφωνα με τα άρθρα 1 ή 2 του άρθρου 100 υποβάλλει στη Συνέλευση προς έγκριση εντός 10 ημερών το πρόγραμμα πολιτικής του Υπουργικού Συμβουλίου μαζί με τη σύνθεσή του.

Άρθρο 102

Ένας υπουργός διορίζεται και παύεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μετά από πρόταση του Πρωθυπουργού, εντός 7 ημερών.
Το διάταγμα εγκρίνεται εντός 10 ημερών από τη Συνέλευση.
Άρθρο 103 Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο πρωθυπουργός, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και οι υπουργοί ορκίζονται ενώπιον του Προέδρου.

Άρθρο 104

Ο Πρωθυπουργός:
α) εκπροσωπεί το Υπουργικό Συμβούλιο και προεδρεύει των συνεδριάσεών του
β) ορίζει και παρουσιάζει τις κύριες κατευθύνσεις της γενικής πολιτικής και είναι υπεύθυνος γι’ αυτές.
γ) διασφαλίζει την εφαρμογή της νομοθεσίας και των πολιτικών που εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο
δ) συντονίζει και εποπτεύει το έργο των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και άλλων οργάνων της κεντρικής κρατικής διοίκησης
ε) εκτελεί άλλα καθήκοντα που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τους νόμους.
Ο Πρωθυπουργός επιλύει διαφωνίες μεταξύ των υπουργών.
Ο Πρωθυπουργός, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκδίδει διατάγματα.
Κάθε υπουργός, στο πλαίσιο των κύριων κατευθύνσεων της γενικής πολιτικής, καθοδηγεί, υπό την ευθύνη του, πράξεις για τις οποίες έχει αναλάβει καθήκοντα. Ο υπουργός εκδίδει εντολές και οδηγίες.
Άρθρο 105

Το Υπουργικό Συμβούλιο ορίζει τις κύριες κατευθύνσεις της γενικής πολιτικής.
Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει μετά από πρόταση του Πρωθυπουργού ή του αντίστοιχου υπουργού.
Οι συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου είναι κλειστές.
Οι πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ισχύουν όταν υπογράφονται από τον πρωθυπουργό και τον προτεινόμενο υπουργό.
Το Υπουργικό Συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις και οδηγίες.
Άρθρο 106 Το Υπουργικό Συμβούλιο, σε περιπτώσεις ανάγκης και έκτακτων συμβάντων, με δική του ευθύνη, μπορεί να εγκρίνει κανονιστικές πράξεις που έχουν ισχύ νόμου. Αυτές οι πράξεις χάνουν την ισχύ αναδρομικά σε περιπτώσεις που δεν έχουν κυρωθεί εντός 45 ημερών από τη Συνέλευση.

Άρθρο 107

Όποιος κατέχει την ιδιότητα να είναι βουλευτής μπορεί να διοριστεί υπουργός.
Ο υπουργός δεν μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε άλλη κρατική λειτουργία ούτε να είναι διευθυντής ή μέλος οργάνων κερδοσκοπικών εταιρειών.
Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου απολαμβάνουν βουλευτικής ασυλίας.
Άρθρο 108

Εάν μια πρόταση εμπιστοσύνης που υποβλήθηκε από τον Πρωθυπουργό απορριφθεί από την πλειοψηφία όλων των μελών της Συνέλευσης, η Συνέλευση εκλέγει άλλον πρωθυπουργό εντός 15 ημερών.
Όταν η Συνέλευση δεν καταφέρει να εκλέξει νέο Πρωθυπουργό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Συνέλευση.
Η ψηφοφορία που οδηγεί σε διάλυση δεν μπορεί να γίνει αν δεν έχουν παρέλθει τρεις μέρες από την ημέρα υποβολής της υποψηφιότητας.
Άρθρο 109

Στις περιπτώσεις που μια πρόταση δυσπιστίας που υποβλήθηκε από το ένα πέμπτο των μελών της Συνέλευσης εγκρίνεται από την πλειοψηφία όλων των μελών της, η Συνέλευση εκλέγει εντός 15 ημερών άλλον πρωθυπουργό.
Όταν η Συνέλευση δεν μπορεί να εκλέξει νέο Πρωθυπουργό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Συνέλευση.
Η ψηφοφορία που οδηγεί στη διάλυση δεν μπορεί να γίνει αν δεν έχουν παρέλθει τρεις μέρες από την ημέρα υποβολής της υποψηφιότητας.
Άρθρο 110 Ο Πρωθυπουργός και οι υπουργοί υποχρεούνται να παραμείνουν στην εξουσία μέχρι τον διορισμό του νέου Υπουργικού Συμβουλίου.

Μέρος VI: Τοπική Αυτοδιοίκηση
Άρθρο 111

Οι μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης είναι κοινότητες ή δήμοι και νομοί. Άλλες μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης μπορούν να θεσπιστούν από τον νόμο.
Η χωροταξική διοικητική κατανομή των μονάδων τοπικής αυτοδιοίκησης θεσπίζονται με νόμο βάσει αμοιβαίων οικονομικών αναγκών και συμφερόντων και ιστορικής παράδοσης. Τα σύνορά τους δεν μπορούν να αλλάξουν χωρίς πρώτα να ληφθεί υπόψη η γνώμη των κατοίκων.
Οι κοινότητες και οι δήμοι είναι οι βασικές μονάδες αυτοδιοίκησης. Εκτελούν όλα τα καθήκοντα αυτοδιοίκησης, με εξαίρεση εκείνα που ο νόμος δίνει σε άλλες μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης.
Μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης μπορούν να λάβουν νομοθετικές εξουσίες από την κρατική διοίκηση. Τα έξοδα που προκύπτουν κατά την άσκηση της εξουσιοδότησης καλύπτονται από το κράτος.
Άρθρο 112

Τα αντιπροσωπευτικά όργανα των βασικών μονάδων τοπικής αυτοδιοίκησης είναι τα συμβούλια που εκλέγονται κάθε τρία χρόνια με γενικές άμεσες εκλογές και μυστική ψηφοφορία.
Το εκτελεστικό όργανο ενός δήμου ή κοινότητας είναι ο πρόεδρος, ο οποίος εκλέγεται απευθείας από τον λαό κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.
Μόνο οι πολίτες που έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών και έχουν μόνιμη κατοικία στο έδαφος της αντίστοιχης τοπικής οντότητας έχουν το δικαίωμα να εκλέγονται στα τοπικά συμβούλια και στη θέση του προέδρου του δήμου ή της κοινότητας.
Άρθρο 113

Ένας νομός δημιουργείται από την ένωση αρκετών βασικών μονάδων τοπικής αυτοδιοίκησης με βάση τους παραδοσιακούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς και τα αμοιβαία συμφέροντα.
Ο νομός είναι η μονάδα στην οποία οι περιφερειακές πολιτικές καταρτίζονται και εφαρμόζονται και όπου εναρμονίζονται με την κρατική πολιτική.
Το αντιπροσωπευτικό όργανο του νομού είναι το συμβούλιο του νομού, το οποίο απαρτίζεται από τους προέδρους των κοινοτήτων και των δήμων καθώς και από μέλη που εκλέγονται από τις τάξεις των δημοτικών συμβουλίων ανάλογα με τον πληθυσμό που εκπροσωπούν.
Ο αριθμός των αντιπροσώπων των δημοτικών συμβουλίων στο συμβούλιο του νομού καθορίζεται ανάλογα με τις έδρες που έχουν τα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούνται στα δημοτικά συμβούλια.
Το συμβούλιο του νομού συγκροτεί το διοικητικό του όργανο.
Το συμβούλιο του νομού έχει το δικαίωμα να εκδίδει κανονισμούς και αποφάσεις με γενική υποχρεωτική ισχύ για τον νομό.
Άρθρο 114

Οι μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης είναι νομικά πρόσωπα.
Τα δικαιώματα του αυτοδιοίκητου των μονάδων τοπικής αυτοδιοίκησης προστατεύονται στο δικαστήριο.
Οι μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν ανεξάρτητο προϋπολογισμό, ο οποίος δημιουργείται με τον τρόπο που προβλέπει ο νόμος.
Άρθρο 115

Το αυτοδιοίκητο στις τοπικές μονάδες ασκείται μέσω των αντιπροσωπευτικών τους οργάνων και των τοπικών δημοψηφισμάτων.
Μόνο καθήκοντα σύμφωνα με τον νόμο ή σύμφωνα με συμφωνίες που συνάπτονται από αυτά μπορούν να ασκηθούν από τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι δαπάνες που συνδέονται με τα καθήκοντα που τίθενται μέσω νόμου στα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης καλύπτονται από τον προϋπολογισμό του κράτους.
Άρθρο 116

Τα συμβούλια των δήμων, των κοινοτήτων και των νομών:
α) ρυθμίζουν και διαχειρίζονται με ανεξάρτητο τρόπο τοπικά ζητήματα εντός της δικαιοδοσίας τους
β) ασκούν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, διαχειρίζονται με ανεξάρτητο τρόπο τα εισοδήματα που λαμβάνουν και επίσης έχουν το δικαίωμα άσκησης οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας
γ) έχουν το δικαίωμα να εισπράττουν και να ξοδεύουν το ποσό που απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων τους
δ) έχουν το δικαίωμα, σύμφωνα με τον νόμο, να καθορίζουν τους τοπικούς φόρους καθώς και το ύψος τους
ε) θεσπίζουν κανόνες για την οργάνωση και λειτουργία τους σύμφωνα με τον νόμο
στ) δημιουργούν σύμβολα της τοπικής κυβέρνησης καθώς και τοπικούς τιμητικούς τίτλους
ζ) αναλαμβάνουν δράσεις για τοπικά ζητήματα ενώπιον των οργάνων που ορίζει ο νόμος
η) έχουν το δικαίωμα να δημιουργούν συνδικάτα και κοινά θεσμικά όργανα μεταξύ τους για την εκπροσώπηση των συμφερόντων τους, να συνεργάζονται με τοπικές μονάδες άλλων χωρών και επίσης να εκπροσωπούνται σε διεθνείς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.
Τα όργανα των μονάδων τοπικής αυτοδιοίκησης εκδίδουν κανονισμούς, αποφάσεις και εντολές.
Άρθρο 117 Το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει έναν νομάρχη σε κάθε νομό ως εκπρόσωπό του. Οι εξουσίες του ορίζονται από τον νόμο.

Άρθρο 118

Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να αναστείλει τη δραστηριότητα ενός εκλεγμένου οργάνου μιας μονάδας τοπικής αυτοδιοίκησης για σοβαρές ή επανειλημμένες παραβιάσεις του Συντάγματος ή των νόμων.
Το ανεσταλμένο όργανο έχει το δικαίωμα, εντός 15 ημερών, να απευθύνει καταγγελία στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Στις περιπτώσεις που το Συνταγματικό Δικαστήριο υποστηρίζει την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορίζει ημερομηνία για τη διεξαγωγή εκλογών στην αντίστοιχη μονάδα τοπικής αυτοδιοίκησης.
Μέρος VII: Κανονιστικές πράξεις και διεθνείς συμφωνίες
Άρθρο 119

Οι κανονιστικές πράξεις που ισχύουν σε ολόκληρη την επικράτεια της Δημοκρατίας της Αλβανίας είναι:
α) το Σύνταγμα
β) οι επικυρωμένες διεθνείς συμφωνίες
γ) οι νόμοι
δ) οι κανονιστικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου.
Οι πράξεις που εκδίδονται από τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης ισχύουν μόνο στο πλαίσιο της εδαφικής αρμοδιότητας που ασκούν τα όργανα αυτά.
Οι κανονιστικές πράξεις των υπουργών και άλλων κεντρικών θεσμικών οργάνων του κράτους ισχύουν σε ολόκληρη την επικράτεια της Δημοκρατίας της Αλβανίας στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους.
Άρθρο 120

Οι νόμοι, οι κανονιστικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, των υπουργών, άλλων κεντρικών κρατικών θεσμών λαμβάνουν νομική ισχύ μόνο μετά τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Η διακήρυξη και δημοσίευση άλλων κανονιστικών πράξεων γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο που προβλέπει ο νόμος.
Διεθνείς συμφωνίες που επικυρώνονται από τον νόμο διακηρύσσονται και δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται για τους νόμους. Η διακήρυξη και δημοσίευση άλλων διεθνών συμφωνιών γίνεται σύμφωνα με τον νόμο.
Άρθρο 121

Οι δευτερεύουσες νομικές πράξεις εκδίδονται βάσει και για την εφαρμογή των νόμων από τα όργανα που προβλέπονται στο Σύνταγμα.
Ένας νόμος επιτρέπει την έκδοση δευτερευουσών νομικών πράξεων, ορίζει το αρμόδιο όργανο, τα ζητήματα που πρόκειται να ρυθμιστούν, καθώς και τις αρχές βάσει των οποίων εκδίδονται οι εν λόγω δευτερεύουσες νομικές πράξεις.
Το εξουσιοδοτημένο από τον νόμο όργανο για την έκδοση δευτερευουσών νομικών πράξεων όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να μεταβιβάζει την εξουσία του σε άλλο όργανο.
Άρθρο 122

Οι κανονισμοί του Υπουργικού Συμβουλίου, των υπουργείων και άλλων κεντρικών κρατικών θεσμών, καθώς και οι εντολές του πρωθυπουργού, των υπουργών και των επικεφαλής άλλων κεντρικών θεσμών, έχουν εσωτερικό χαρακτήρα και δεσμεύουν μόνο τις διοικητικές οντότητες που υπόκεινται σε αυτά τα όργανα.
Οι πράξεις αυτές εκδίδονται βάσει νόμου και δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν πολίτες, νομικά πρόσωπα και άλλα θέματα.
Οι κανονισμοί και οι αποφάσεις εκδίδονται με βάση και για την εφαρμογή πράξεων που έχουν γενική νομική ισχύ.
Άρθρο 123 Οι αρχές και οι διαδικασίες για την έκδοση τοπικών νομικών πράξεων προβλέπονται από τον νόμο.

Κεφάλαιο II: Διεθνείς συμφωνίες
Άρθρο 124

Η επικύρωση και καταγγελία διεθνών συμφωνιών από τη Δημοκρατία της Αλβανίας γίνεται με νόμο σε περιπτώσεις που αφορούν:
α) εδαφικά, ειρηνικά, συμμαχικά, πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα
β) τις ελευθερίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών όπως προβλέπονται στο Σύνταγμα
γ) τη συμμετοχή στη Δημοκρατία της Αλβανίας σε διεθνείς οργανισμούς
δ) την ανάληψη οικονομικών υποχρεώσεων από τη Δημοκρατία της Αλβανίας
ε) έγκριση, τροποποίηση, συμπλήρωση ή κατάργηση νόμων.
Η Συνέλευση μπορεί, με την πλειοψηφία όλων των μελών της, να κυρώσει άλλες διεθνείς συμφωνίες που δεν προβλέπονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.
Ο Πρωθυπουργός ενημερώνει τη Συνέλευση κάθε φορά που το Υπουργικό Συμβούλιο πρόκειται να υπογράψει μια διεθνή συμφωνία η οποία δεν έχει κυρωθεί από τον νόμο.
Οι αρχές και οι διαδικασίες επικύρωσης και καταγγελίας των διεθνών συμφωνιών προβλέπονται από τον νόμο.
Άρθρο 125

Η Δημοκρατία της Αλβανίας, βάσει διεθνών συμφωνιών, αναθέτει σε διεθνείς οργανισμούς αρμοδιότητες σε συγκεκριμένα θέματα.
Ο νόμος που επικυρώνει μια διεθνή συμφωνία όπως προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου εγκρίνεται από την πλειοψηφία των μελών της Συνέλευσης.
Η Συνέλευση μπορεί να αποφασίσει ότι η επικύρωση μιας τέτοιας συμφωνίας θα γίνει μέσω δημοψηφίσματος.
Άρθρο 126

Κάθε διεθνής συμφωνία που έχει κυρωθεί αποτελεί μέρος του εσωτερικού νομικού συστήματος μετά τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Εφαρμόζεται άμεσα, εκτός από περιπτώσεις όπου η εφαρμογή της εξαρτάται από την έκδοση νόμου. Η τροποποίηση, η συμπλήρωση και η κατάργηση των νόμων που έχουν εγκριθεί από την πλειοψηφία όλων των μελών της Συνέλευσης, για την επικύρωση μιας διεθνούς συμφωνίας, γίνεται με την ίδια πλειοψηφία.
Μια διεθνής συμφωνία που έχει κυρωθεί από τον νόμο έχει υπεροχή έναντι των νόμων της χώρας που δεν είναι συμβατοί με αυτήν.
Όταν προβλέπεται ρητώς σε συμφωνία συμμετοχής σε διεθνή οργανισμό που επικυρώθηκε από τη Δημοκρατία της Αλβανίας ότι οι κανόνες που εκδίδονται από αυτήν είναι άμεσα εφαρμόσιμοι, έχουν υπεροχή έναντι των νόμων της χώρας σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ τους.
Μέρος VIII
Κεφάλαιο Ι: Τα Δικαστήρια
Άρθρο 127

Η δικαστική εξουσία ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο, καθώς και από τα εφετεία και τα πρωτοβάθμια δικαστήρια που έχουν συσταθεί με νόμο.
Η Συνέλευση μπορεί να συστήσει δικαστήρια για συγκεκριμένους τομείς, αλλά σε καμία περίπτωση ένα έκτακτο δικαστήριο.
Άρθρο 128

Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τη συγκατάθεση της Συνέλευσης.
Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέχουν το αξίωμα για 7 χρόνια χωρίς δικαίωμα επανεκλογής.
Άλλοι δικαστές διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά από πρόταση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.
Ως δικαστές μπορούν να επιλεγούν μόνο πολίτες με ανώτερη νομική εκπαίδευση. Άλλοι όροι και διαδικασίες επιλογής ορίζονται από τον νόμο.
Άρθρο 129

Τα μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου μπορούν να διώκονται ποινικά μόνο με την έγκριση της Συνέλευσης. Μπορούν να παυθούν από τη Συνέλευση όταν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν διαπράξει αξιόποινη πράξη όπως προβλέπεται από τον νόμο.
Άλλοι δικαστές μπορεί να διώκονται ποινικά μόνο με την έγκριση του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης.
Άρθρο 130 Ο χρόνος που ο δικαστής παραμένει στην εξουσία δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε μπορεί να μειωθεί η αμοιβή του και άλλα οφέλη.

Άρθρο 131

Η θητεία ενός δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου λήγει όταν:
α) καταδικάζεται σε ποινικό αδίκημα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση
β) δεν εμφανίζεται στην εργασία του χωρίς λόγο για περισσότερο από 6 μήνες
γ) έχει συμπληρώσει την ηλικία των 65 ετών
δ) κηρύσσεται μη ικανός με οριστική δικαστική απόφαση.
Η λήξη της θητείας του δικαστή κηρύσσεται με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Άρθρο 132

Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει πρωταρχική και αναθεωρητική δικαιοδοσία. Έχει πρωταρχική δικαιοδοσία όταν εκδικάζει ποινικές κατηγορίες εναντίον του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πρωθυπουργού, των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, των βουλευτών, των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου και των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Για την ενοποίηση ή την αλλαγή της δικαστικής πρακτικής, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να επιλέξει συγκεκριμένα δικαστικά θέματα προς εξέταση στα κοινά σώματα.
Άρθρο 133

Οι δικαστικές αποφάσεις αιτιολογούνται.
Το Ανώτατο Δικαστήριο δημοσιεύει τις αποφάσεις του καθώς και τις απόψεις της μειοψηφίας.
Τα όργανα του κράτους πρέπει να εκτελούν τις δικαστικές αποφάσεις.
Άρθρο 134 Η ιδιότητα του δικαστή δεν είναι συμβατή με οποιαδήποτε άλλη πολιτειακή, πολιτική ή ιδιωτική δραστηριότητα.

Άρθρο 135 Τα δικαστήρια διαθέτουν ειδικό προϋπολογισμό, τον οποίο διαχειρίζονται. Προτείνουν τον προϋπολογισμό τους σύμφωνα με τον νόμο.

Άρθρο 136

Οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι και υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους.
Οι δικαστές δεν εφαρμόζουν νόμους που έρχονται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα. Στην περίπτωση αυτή, αναστέλλουν τη διαδικασία και στέλνουν το ζήτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι υποχρεωτικές για όλα τα δικαστήρια.
Η παρέμβαση στη δραστηριότητα των δικαστηρίων ή των δικαστών συνεπάγεται ευθύνη σύμφωνα με τον νόμο.
Άρθρο 137

Οι δικαστές λαμβάνουν τις αποφάσεις τους στο όνομα της Δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση οι δικαστικές αποφάσεις ανακοινώνονται δημοσίως.
Κεφάλαιο ΙΙ
Άρθρο 138

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τον Υπουργό Δικαιοσύνης, 3 μέλη που εκλέγονται από τη Συνέλευση και 9 δικαστές όλων των βαθμίδων που εκλέγονται από την εθνική δικαστική σύσκεψη. Τα εκλεγμένα μέλη παραμένουν στη θέση τους για 5 χρόνια χωρίς δικαίωμα άμεσης επανεκλογής.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Όταν συμμετέχει, προεδρεύει της συνάντησης.
Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με πρόταση του Προέδρου εκλέγει αντιπρόεδρο από τις τάξεις του. Ο αντιπρόεδρος διευθύνει τη δραστηριότητα του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης και προεδρεύει επίσης στις συνεδριάσεις του απουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει για την πειθαρχική ευθύνη καθώς και για τη μετάθεση των δικαστών σύμφωνα με το νόμο.
Η μετάθεση των δικαστών δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συγκατάθεσή τους, εκτός αν οι ανάγκες αναδιοργάνωσης του δικαστικού συστήματος το υπαγορεύουν.
Οι δικαστές μπορούν να παυθούν από το αξίωμα για παραβιάσεις του Συντάγματος ή σοβαρές παραβιάσεις του νόμου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Έχουν το δικαίωμα να καταγγείλουν την απόφαση αυτή στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο αποφασίζει με κοινά σώματα.
Μέρος IX: Εισαγγελία
Άρθρο 139

Η εισαγγελία ασκεί ποινικές διώξες και εκπροσωπεί επίσης τις κατηγορίες στο δικαστήριο στο όνομα του κράτους. Η εισαγγελία εκτελεί και άλλα καθήκοντα που ορίζει ο νόμος.
Οι εισαγγελείς οργανώνονται και λειτουργούν πλησίον στο δικαστικό σύστημα ως κεντρικό όργανο.
Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι εισαγγελείς υπόκεινται στους νόμους καθώς και στις εντολές και οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα.
Άρθρο 140

Ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τη συγκατάθεση της Συνέλευσης.
Ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να παυθεί από τα καθήκοντα του για παραβιάσεις του Συντάγματος ή σοβαρές παραβιάσεις του νόμου κατά την άσκηση των καθηκόντων του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά από πρόταση του Συμβουλίου της Συνέλευσης.
Οι άλλοι εισαγγελείς διορίζονται και παύονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά από πρόταση του Γενικού Εισαγγελέα.
Μέρος X: Δημοψήφισμα
Άρθρο 141

Οι πολίτες, μέσω 50 χιλιάδων υπογραφών ατόμων που έχουν δικαίωμα ψήφου, έχουν δικαίωμα να προτείνουν δημοψήφισμα για την κατάργηση νόμου, καθώς και να ζητήσουν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διεξαγάγει δημοψήφισμα για θέματα ιδιαίτερης σημασίας.
Η Συνέλευση, μετά από πρόταση του όχι λιγότερο από το ένα πέμπτο των βουλευτών ή του Υπουργικού Συμβουλίου, μπορεί να αποφασίσει ότι ένα θέμα ή σχέδιο νόμου ιδιαίτερης σημασίας θα υποβληθεί σε δημοψήφισμα.
Το δημοψήφισμα έχει ισχύ όταν συμμετέχουν περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους.
Οι αρχές και οι διαδικασίες διεξαγωγής δημοψηφίσματος προβλέπονται από τον νόμο.
Άρθρο 142

Διαβάστε  Ο Εθνικός Ύμνος της Αλβανίας

Ο νόμος που εγκρίνεται με δημοψήφισμα εκδίδεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Θέματα σχετικά με την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας της Αλβανίας, περιορισμούς θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, προϋπολογισμούς, φόρους, οικονομικές υποχρεώσεις του κράτους, κήρυξη και κατάργηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, κήρυξη πολέμου και ειρήνης, καθώς και αμνηστίας, δεν μπορούν να τεθούν σε δημοψήφισμα.
Το δημοψήφισμα για το ίδιο ζήτημα δεν μπορεί να επαναληφθεί πριν παρέλθουν 3 χρόνια από τότε που διεξήχθη.
Άρθρο 143

Το Συνταγματικό Δικαστήριο εξετάζει προκαταρκτικά το ζήτημα που τίθεται για δημοψήφισμα σύμφωνα με το άρθρο 141 παράγραφοι 1 και 2 και το άρθρο 142 παράγραφοι 2 και 3 για το οποίο αποφασίζει εντός 60 ημερών.
Η σημασία των ειδικών θεμάτων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 141 παράγραφοι 1 και 2, δεν υπόκειται στην κρίση του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η ημερομηνία του δημοψηφίσματος ορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας εντός 45 ημερών από τη δημοσίευση της θετικής απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου ή μετά τη λήξη του ορίου που διέθετε το Συνταγματικό Δικαστήριο.
Μέρος XI: Κεντρική Εκλογική Επιτροπή
Άρθρο 144 Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή είναι ένα μόνιμο όργανο που προετοιμάζει, επιβλέπει, κατευθύνει και επαληθεύει όλες τις πτυχές που έχουν να κάνουν με τις εκλογές και τα δημοψηφίσματα.

Άρθρο 145

Η Επιτροπή απαρτίζεται από 7 μέλη τα οποία εκλέγονται με θητεία 7 ετών. Δύο μέλη εκλέγονται από τη Συνέλευση, 2 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και 3 άλλα μέλη από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
Η συμμετοχή στην Επιτροπή είναι ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε άλλη κρατική και πολιτική δραστηριότητα.
Τα εκλογικά υποκείμενα διορίζουν τους αντιπροσώπους τους στην Επιτροπή. Δεν έχουν δικαίωμα ψήφου.
Ένα μέλος της Επιτροπής απολαμβάνει της ασυλίας μέλους του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Η Επιτροπή έχει δικό της προϋπολογισμό.
Μέρος XII: Δημόσια οικονομικά
Άρθρο 146 Τέλη, φόροι και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις καθώς και μειώσεις ή απαλλαγές ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων από την καταβολή τους καθορίζονται από τον νόμο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ.

Άρθρο 147 Το κράτος μπορεί να δανειστεί χρήματα και να εγγυηθεί χρηματοπιστωτικές πιστώσεις, εφόσον το επιτρέπει η νομοθεσία.

Άρθρο 148

Το δημοσιονομικό σύστημα αποτελείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και τον τοπικό προϋπολογισμό.
Ο κρατικός προϋπολογισμός δημιουργείται από τα έσοδα που εισπράττονται από φόρους, τέλη και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις, καθώς και από άλλα έσοδα από δημόσια περιουσιακά στοιχεία. Περιλαμβάνει όλα τα κρατικά έξοδα.
Τα τοπικά όργανα καθορίζουν και εισπράττουν φόρους και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις βάσει του νόμου.
Τα κρατικά και τοπικά όργανα είναι υποχρεωμένα να δημοσιοποιούν τα έσοδα και τα έξοδά τους.
Άρθρο 149

Ο Πρωθυπουργός, εξ ονόματος του Υπουργικού Συμβουλίου, υποβάλλει στη Συνέλευση το σχέδιο νόμου για τον προϋπολογισμό στην αρχή της φθινοπωρινής συνόδου, η οποία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να το εγκρίνει.
Εάν το σχέδιο νόμου δεν εγκριθεί πριν από την έναρξη του επόμενου οικονομικού έτους, το Υπουργικό Συμβούλιο εφαρμόζει κάθε μήνα το ένα δωδέκατο του προϋπολογισμού του προηγούμενου έτους, μέχρις ότου εγκριθεί ο νέος προϋπολογισμός.
Αν η Συνέλευση δεν εγκρίνει τον νέο προϋπολογισμό εντός τριών μηνών από την τελευταία ημέρα του προηγούμενου οικονομικού έτους, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει τη Συνέλευση.
Η Κυβέρνηση υποχρεούται να υποβάλει στη Συνέλευση έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού και το δημόσιο χρέος από το προηγούμενο έτος.
Η Συνέλευση λαμβάνει την οριστική απόφαση της αφού λάβει επίσης υπόψην την έκθεση Ανώτατου Κρατικού Ελέγχου.
Άρθρο 150

Κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, η Συνέλευση μπορεί να προβεί σε τροποποιήσεις στον προϋπολογισμό.
Οι τροποποιήσεις στον προϋπολογισμό γίνονται βάσει καθορισμένων διαδικασιών σύνταξης και έγκρισης.
Τα έξοδα που προβλέπονται σε άλλους νόμους δεν μπορούν να μειωθούν για όσο διάστημα ισχύουν οι νόμοι αυτοί.
Άρθρο 151 Οι αρχές και οι διαδικασίες για τη σύνταξη του σχεδίου προϋπολογισμού, καθώς και για την εφαρμογή του καθορίζονται από τον νόμο.

Άρθρο 152

Η Κεντρική Τράπεζα είναι η Τράπεζα της Αλβανίας. Έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να εκδίδει και να κυκλοφορεί τα αλβανικά κέρματα και χαρτονομίσματα, να εφαρμόζει ανεξάρτητα τη νομισματική πολιτική και να διατηρεί και να διαχειρίζεται τα συναλλαγματικά αποθέματα της Δημοκρατίας της Αλβανίας.
Η Τράπεζα της Αλβανίας διευθύνεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο προεδρεύει ο Διοικητής. Ο Διοικητής εκλέγεται από τη Συνέλευση για 7 έτη κατόπιν πρότασης του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Μέρος XIII: Ανώτατος Κρατικός Έλεγχος
Άρθρο 153

Ο Ανώτατος Κρατικός Έλεγχος είναι ο ανώτατος φορέας οικονομικού και δημοσιονομικού ελέγχου. Υπόκειται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους.
Ο Επικεφαλής του Ανώτατου Κρατικού Ελέγχου διορίζεται και παύεται από τη Συνέλευση κατόπιν πρότασης του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ασκεί τα καθήκοντά του για 7 χρόνια, με δικαίωμα επανεκλογής.
Άρθρο 154 Ο Ανώτατος Κρατικός Έλεγχος επιβλέπει:

α) την οικονομική δραστηριότητα των κρατικών θεσμών και άλλων νομικών προσώπων του κράτους
β) τη χρήση και τη διατήρηση κρατικών κονδυλίων
γ) τη χρήση κρατικών κονδυλίων που μεταφέρονται σε όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης
δ) την οικονομική δραστηριότητα των νομικών προσώπων, στην οποία το κράτος κατέχει περισσότερο από το ήμισυ των ποσοστώσεων ή των μετοχών του, ή όταν το χρέος, οι πιστώσεις και οι υποχρεώσεις τους είναι εγγυημένες από το κράτος.
Άρθρο 155

Ο Ανώτατος Κρατικός Έλεγχος υποβάλλει στη Συνέλευση:
α) έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού
β) τη γνωμοδότησή του σχετικά με την έκθεση του Υπουργικού Συμβουλίου για τις δαπάνες του προηγούμενου οικονομικού έτους πριν εγκριθεί από τη Συνέλευση
γ) πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων κάθε φορά που ζητείται από τη Συνέλευση.
Ο Ανώτατος Κρατικός Έλεγχος υποβάλλει στη Συνέλευση ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του.
Άρθρο 156

Ο Επικεφαλής του Ανώτατου Κρατικού Ελέγχου μπορεί να κληθεί να συμμετάσχει και να ομιλήσει στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου όταν επανεξετάζονται ζητήματα που σχετίζονται με τις λειτουργίες του.
Ο Επικεφαλής του Ανώτατου Κρατικού Ελέγχου έχει την ασυλία ενός μέλους του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Μέρος XIV: Ένοπλες Δυνάμεις
Άρθρο 157

Οι Αλβανοί πολίτες έχουν το καθήκον να συμμετέχουν στην υπεράσπιση της Δημοκρατίας της Αλβανίας, όπως προβλέπει ο νόμος.
Ο πολίτης, ο οποίος για θρησκευτικούς λόγους αρνείται να υπηρετήσει ενόπλως στις ένοπλες δυνάμεις, υποχρεούται να εκτελέσει εναλλακτική υπηρεσία, όπως προβλέπεται από τον νόμο.
Άρθρο 158

Οι στρατιωτικοί που υπηρετούν ενεργά δεν μπορούν να επιλεγούν ή να διοριστούν σε άλλα καθήκοντα ούτε να συμμετάσχουν σε κόμμα ή πολιτική δραστηριότητα.
Τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων ή τα πρόσωπα που ασκούν εναλλακτική θητεία απολαμβάνουν όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, εκτός από περιπτώσεις όπου ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 17, 18, 19, 20, 22, 23, 24, 25, 28, 29, 32, 34, 35, 36, 39, 57, 58, δεν μπορούν να περιοριστούν.
Άρθρο 159

Οι ένοπλες δυνάμεις της Δημοκρατίας της Αλβανίας αποτελούνται από τον στρατό, το ναυτικό και την αεροπορία.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Αρχιστράτηγος των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας είναι συμβουλευτικό όργανο του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Άρθρο 160

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε ειρηνική περίοδο ασκεί τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων μέσω του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Άμυνας.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του πολέμου διορίζει και παύει τον Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων κατόπιν προτάσης του Πρωθυπουργού.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατόπιν πρότασης του Πρωθυπουργού, διορίζει και παύει τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου και κατόπιν πρότασης του Υπουργού Άμυνας διορίζει και παύει τους διοικητές του στρατού, του ναυτικού και της πολεμικής αεροπορίας.
Οι εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως Αρχιστράτηγου των Ενόπλων Δυνάμεων και του Αρχηγού των Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων και η υποταγή τους στα συνταγματικά όργανα, καθορίζονται από τον νόμο.
Μέρος XV: Έκτακτα μέτρα
Άρθρο 161

Έκτακτα μέτρα μπορούν να ληφθούν λόγω κατάστασης πολέμου, κατάστασης έκτακτης ανάγκης ή φυσικής καταστροφής και έχουν ισχύ όση και το διάστημα ποθ υπάρχουν αυτές οι καταστάσεις.
Οι αρχές για τις ενέργειες των δημοσίων οργάνων, καθώς και η έκταση των περιορισμών στα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες κατά την ύπαρξη τέτοιων καταστάσεων που απαιτούν έκτακτα μέτρα, ορίζονται από τον νόμο.
Ο νόμος θα πρέπει να ορίζει τις αρχές, το πεδίο εφαρμογής και τον τρόπο αποζημίωσης για τις ζημίες που προκλήθηκαν από τον περιορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών κατά την περίοδο έκδοσης έκτακτων μέτρων.
Οι πράξεις που λαμβάνονται ως αποτέλεσμα έκτακτων μέτρων πρέπει να είναι ανάλογες με το επίπεδο κινδύνου και πρέπει να στοχεύουν στην αποκατάσταση των συνθηκών για την κανονική λειτουργία του κράτους, το συντομότερο δυνατό.
Κατά τις καταστάσεις που απαιτούν έκτακτα μέτρα, δεν πρέπει να αλλάξει καμία από τις παρακάτω πράξεις: Σύνταγμα, νόμος περί εκλογής της Συνέλευσης και οργάνων τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και οι νόμοι περί έκτακτων μέτρων.
Κατά την περίοδο εφαρμογής των έκτακτων μέτρων, δεν μπορούν να διεξαχθούν εκλογές για τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, δεν μπορεί να διεξαχθεί δημοψήφισμα και δεν μπορεί να εκλεγεί νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Οι εκλογές για τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο σε εκείνους τους τόπους όπου τα έκτακτα μέτρα δεν εφαρμόζονται.
Άρθρο 162

Σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον της Δημοκρατίας της Αλβανίας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατόπιν αιτήματος του Υπουργικού Συμβουλίου, μπορεί να διακηρύξει πόλεμο.
Σε περίπτωση εξωτερικής απειλής ή όταν μια κοινή αμυντική υποχρέωση απορρέει από διεθνή συμφωνία, η Συνέλευση, κατόπιν πρότασης του Προέδρου της Δημοκρατίας, διακηρύσσει πόλεμο και αποφασίζει την κατάσταση γενικής ή μερικής κινητοποίησης ή επιστράτευσης.
Άρθρο 163

Σε περίπτωση κινδύνου για τη συνταγματική τάξη και τη δημόσια ασφάλεια, η Συνέλευση μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Υπουργικού Συμβουλίου, να αποφασίσει για κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε ένα μέρος ή σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας, η οποία διαρκεί για όσο διάστημα αυτή η κατάσταση συνεχίζεται αλλά δεν υπερβαίνει τις 60 ημέρες.
Όταν αποφασισθεί ένα τέτοιο μέτρο, η παρέμβαση των ενόπλων δυνάμεων μπορεί να παραγγελθεί μόνο όταν οι αστυνομικές δυνάμεις δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσουν την τάξη.
Η παράταση της περιόδου έκτακτης ανάγκης μπορεί να γίνει μόνο με τη συγκατάθεση της Συνέλευσης, για κάθε 30 ημέρες, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες.
Άρθρο 164

Στην περίπτωση του άρθρου 162 παρ. 1, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποβάλλει στη Συνέλευση το διάταγμα για την διακήρυξη του πολέμου εντός 48 ωρών από την υπογραφή του, καθορίζοντας τα δικαιώματα που περιορίζονται.
Η Συνέλευση, με την πλειοψηφία όλων των μελών της, επανεξετάζεται και αποφασίζει αμέσως μετά το διάταγμα του Προέδρου.
Άρθρο 165

Για την πρόληψη ή την αποφυγή των συνεπειών των φυσικών καταστροφών ή τεχνολογικών ατυχημάτων, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει για μια περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες την κατάσταση φυσικής καταστροφής σε ένα μέρος ή σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας.
Η επέκταση της κατάστασης φυσικής καταστροφής μπορεί να γίνει μόνο με τη συγκατάθεση της Συνέλευσης.
Άρθρο 166

Κατά την κατάσταση πολέμου ή έκτακτης ανάγκης τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που προβλέπονται στα άρθρα: 15, 18, 19, 20, 21, 24, 25, 29, 30, 31, 32, 34, 41, 42, 47, 54, 55, δεν μπορούν να περιοριστούν.
Κατά την κατάσταση φυσικής καταστροφής τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που προβλέπονται στα άρθρα 37, 38, 48 (3) και (4), 49, 51 μπορούν να περιοριστούν.
Οι πράξεις διακήρυξης του πολέμου ή έκτακτης ανάγκης πρέπει να προσδιορίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που περιορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 167 Όταν η Συνέλευση δεν μπορεί να συγκροτηθεί κατά τη διάρκεια της κατάστασης πολέμου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, έχει το δικαίωμα να εκδίδει πράξεις που έχουν ισχύ νόμου, οι οποίες πρέπει να εγκριθούν από τη Συνέλευση στην πρώτη συνεδρίασή της.

Μέρος XVI: Συνταγματικό Δικαστήριο
Άρθρο 168

Το Συνταγματικό Δικαστήριο εγγυάται τον σεβασμό του Συντάγματος και τις τελεσίδικες ερμηνείες του.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο υπόκειται μόνο στο Σύνταγμα.
Άρθρο 169

Το Συνταγματικό Δικαστήριο απαρτίζεται από 9 μέλη, τα οποία διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τη συναίνεση της Συνέλευσης.
Οι δικαστές επιλέγονται για θητεία 9 ετών χωρίς δικαίωμα επανεκλογής, μεταξύ δικηγόρων με εκτεταμένα προσόντα και με επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 15 ετών στο επάγγελμα.
Το ένα τρίτο της σύνθεσης του Συνταγματικού Δικαστηρίου ανανεώνεται ανά τριετία, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται από τον νόμο.
Ο Πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου διορίζεται από τις βαθμίδες των μελών του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τη συγκατάθεση της Συνέλευσης για τριετή θητεία.
Ο δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι την εκλογή του διαδόχου του.
Άρθρο 170

Ο δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά χωρίς τη συγκατάθεση του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Σε περίπτωση άρνησης, η ποινική δίωξη ακυρώνεται οριστικά.
Ο δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου μπορεί να συλληφθεί μόνο αν πιάστηκε κατά τη διάπραξη ενός εγκλήματος ή αμέσως μετά την τέλεσή του. Το αρμόδιο όργανο ειδοποιεί αμέσως τον πρόεδρο του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Εάν το Δικαστήριο δε δώσει τη συγκατάθεσή του εντός 24 ωρών για να στείλει τον δικαστή που συνελήφθη ενώπιον του δικαστηρίου, το αρμόδιο όργανο υποχρεούται να τον παύσει.
Το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, αποφασίζει με την πλειοψηφία όλων των μελών του.
Άρθρο 171

Η θητεία ενός δικαστή λήγει όταν:
α) καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για διάπραξη εγκλήματος
β) δεν εμφανίζεται για εργασία, χωρίς λόγο, για περισσότερο από 6 μήνες
γ) έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του
δ) κηρύσσεται μη ικανός να εργαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Το τέλος της θητείας του δικαστή κηρύσσεται με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Εάν η έδρα δικαστή είναι κενή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τη συγκατάθεση της Συνέλευσης, ορίζει νέο δικαστή ο οποίος παραμένει στην υπηρεσία μέχρι τη λήξη της θητείας του παυθέντος δικαστή.
Άρθρο 172 Ο δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου αναλαμβάνει τα καθήκοντά αφού ορκιστεί ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Άρθρο 173 Η ιδιότητα του δικαστή είναι ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε άλλη κρατική, πολιτική ή ιδιωτική δραστηριότητα.

Άρθρο 174 Το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφασίζει για:

α) τη συμβατότητα ενός νόμου με το Σύνταγμα ή με διεθνείς συμφωνίες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 126
β) τη συμβατότητα των διεθνών συμφωνιών με το Σύνταγμα, πριν από την επικύρωσή τους
γ) τη συμβατότητα των κανονιστικών πράξεων των κεντρικών και τοπικών οργάνων με το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμφωνίες
δ) συγκρούσεις αρμοδιοτήτων μεταξύ των εξουσιών, καθώς και μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και τοπικής αυτοδιοίκησης
ε) τη συνταγματικότητα των κομμάτων και άλλων πολιτικών οργανώσεων καθώς και τη δραστηριότητά τους σύμφωνα με το άρθρο 9 του Συντάγματος
στ) παύση από το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας και επιβεβαίωση της αδυναμίας του να ασκήσει τα καθήκοντά του
ζ) θέματα που σχετίζονται με την εκλογή και το ασυμβίβαστο κατά την άσκηση των καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας και των βουλευτών, καθώς και την επαλήθευση των εκλογικών αποτελεσμάτων
η) τη συνταγματικότητα δημοψηφίσματος και επαλήθευση των αποτελεσμάτων του
θ) την οριστική εκδίκαση των ατομικών καταγγελιών για παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων τους, αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα νομικά μέσα για την προστασία των δικαιωμάτων τους.
Άρθρο 175

Οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου έχουν γενική δεσμευτική ισχύ και είναι τελεσίδικες. Το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει μόνο το δικαίωμα να ακυρώσει τις πράξεις που εξετάζει.
Οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου τίθενται σε ισχύ την ημέρα της δημοσίευσής τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Το Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο νόμος ή η κανονιστική πράξη θα ακυρωθούν σε άλλη ημερομηνία. Οι απόψεις των μειονοτήτων δημοσιεύονται μαζί με την απόφαση.
Άρθρο 176

Η αποδοχή καταγγελιών για δικαστική απόφαση εκδίδεται από διάφορους δικαστές όπως καθορίζονται από τον νόμο.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφασίζει με την πλειοψηφία όλων των μελών του.
Άρθρο 177

Το Συνταγματικό Δικαστήριο τίθεται σε εφαρμογή μόνο κατόπιν αιτήματος:
α) του Προέδρου της Δημοκρατίας
β) του Πρωθυπουργού
γ) ομάδας τουλάχιστον του ενός πέμπτου των βουλευτών
δ) του Πρόεδρο του Ανώτατου Κρατικού Ελέγχου
ε) κάθε δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 136 του Συντάγματος
στ) του Συνήγορου του Λαού
ζ) οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης
η) οργάνων των θρησκευτικών κοινοτήτων
θ) πολιτικών κομμάτων και άλλων οργανισμών
ι) ατόμων.
Οι προβλεπόμενοι στην παράγραφο 1 εδάφια στ), ζ), η), θ) και ι) μπορούν να υποβάλουν αίτηση μόνο για ζητήματα που σχετίζονται με τα συμφέροντά τους.
Μέρος XVII: Αναθεώρηση του Συντάγματος
Άρθρο 178

Πρωτοβουλία για αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να αναλάβει τουλάχιστον το ένα πέμπτο των μελών της Συνέλευσης.
Δεν μπορεί να γίνει αναθεώρηση του Συντάγματος κατά τη χρονική στιγμή που βρίσκονται σε ισχύ έκτακτα μέτρα.
Το σχέδιο νόμου για την αναθεώρηση του Συντάγματος ψηφίζεται δύο φορές. Η χρονική περίοδος μεταξύ δύο των δύο ψηφοφοριών δεν πρέπει να είναι μικρότερη από 30 ημέρες.
Το σχέδιο νόμου εγκρίνεται από όχι λιγότερο από τα δύο τρίτα όλων των μελών της Συνέλευσης.
Το ένα πέμπτο των μελών της Συνέλευσης έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τροποποίηση μέσω δημοψηφίσματος.
Η Συνέλευση μπορεί να αποφασίσει την αναθεώρηση του Συντάγματος με δημοψήφισμα με τα δύο τρίτα όλων των μελών της. Το σχέδιο νόμου για την αναθεώρηση του Συντάγματος τίθεται σε ισχύ μετά την κύρωσή του με δημοψήφισμα το οποίο θα διεξαχθεί το αργότερο 60 ημέρες μετά την έγκρισή του στη Συνέλευση.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει το δικαίωμα να επιστρέψει προς επανεξέταση τον νόμο που ενέκρινε η Συνέλευση για αναθεώρηση του Συντάγματος.
Ο νόμος που εγκρίθηκε με δημοψήφισμα διακηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία που προβλέπεται από τον τρέχοντα νόμο.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος για το ίδιο θέμα δεν μπορεί να γίνει πριν από ένα χρόνο από την ημέρα της απόρριψης του σχεδίου νόμου από την Συνέλευση και τρία χρόνια από την ημέρα της απόρριψής του με δημοψήφισμα.
Μέρος XVIII: Μεταβατικές και τελικές διατάξεις
Άρθρο 179

Οι νόμοι και άλλες κανονιστικές πράξεις που έχουν εγκριθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Συντάγματος θα εφαρμοστούν εφόσον δεν έχουν καταργηθεί.
Το Υπουργικό Συμβούλιο υποβάλλει στη Συνέλευση τα νομοσχέδια που απαιτούνται για την εφαρμογή του Συντάγματος.
Άρθρο 180 Η θητεία των συνταγματικών οργάνων και των προσώπων που εκλέγονται ή διορίζονται πριν από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος λήγει στο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στις διατάξεις που ίσχυαν κατά την εκλογή ή τον διορισμό τους.

Άρθρο 181

Οι διεθνείς συμφωνίες που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία της Αλβανίας πριν τεθεί σε ισχύ το Σύνταγμα θεωρούνται ότι έχουν κυρωθεί σύμφωνα με το παρόν Σύνταγμα.
Το Υπουργικό Συμβούλιο υποβάλλει στο Συνταγματικό Δικαστήριο τις διεθνείς συμφωνίες που περιέχουν διατάξεις που έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα.
Άρθρο 182 Η Συνέλευση, εντός δύο έως τριών ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Συντάγματος, εκδίδει νόμους που απαιτούνται για την δίκαιη επίλυση διαφόρων ζητημάτων που σχετίζονται με τις απαλλοτριώσεις και τις δημεύσεις που διεξήχθησαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Συντάγματος σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 48.

Άρθρο 183 Ο νόμος αριθ. 7491 της 29.04.1991 «Για τις κύριες συνταγματικές διατάξεις» καθώς και άλλοι συνταγματικοί νόμοι καταργούνται την ημέρα έναρξης ισχύος του παρόντος Συντάγματος.

Advertisements

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.