Στην Ελλάδα, πολύ συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να υποστηρίζονται με φανατισμό εθνικά επιζήμιες θέσεις και «συμφωνίες» που αποτελούν προϊόντα ομού εκβιασμού, τόσο από ιδεολογικά προσκείμενες ομάδες, όσο και από μεμονωμένα άτομα που πάσχουν από την χρόνια νόσο της εθνικής μειονεξίας. Για την ακρίβεια, το φαινόμενο αυτό ισχύει και εκτός συνόρων, σε θύλακες του απανταχού Ελληνισμού, όπου παρουσιάζονται κάποιοι βουληφόροι ως βασιλικότεροι του βασιλέως. Για παράδειγμα, η εμμονή κάποιων ηγετών και αξιωματούχων της Ελληνικής Διασποράς να υποσκάπτουν την ελληνική γλώσσα, μολονότι ομολογείται διεθνώς ότι η λαλιά του αρχέγονου λαού μας αποτελεί την ιστορική κιβωτό και τον ατίμητο θησαυρό του.

Την στιγμή που οι ξένοι εκφράζουν ανοικτά και αυθόρμητα τον θαυμασμό τους για το γεγονός ότι η γλώσσα του Ευαγγελίου ακούγεται σε κάθε λατρευτική σύναξη που τελείται σε ελληνορθόδοξο ναό ή ότι οι πλειοψηφία των λέξεων που τραγουδήθηκαν από τον Όμηρο ή αποκρυσταλλώνουν την πεμπτουσία της σοφίας του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη εξακολουθούν να διασώζονται σήμερα από τους ομιλητές της ελληνικής γλώσσας, υπάρχουν συλλογικότητες που προτιμούν την αγγλική γλώσσα, όχι απλά για χρηστικούς λόγους, αλλά φανερά ορμώμενοι από κάποιο αίσθημα εθνικής μειονεξίας. Ίσως το εναργέστερο παράδειγμα αφορά σε ενορίες, όπου οι ιερείς επιμένουν στην χρήση της αγγλικής ακόμη και για το «κύριε ελέησον». Το γεγονός ότι απαντά κανείς την φράση «κύριε ελέησον» σε πλήθος ξένων ναών, όπως τον Ρωμαιοκαθολικών, όπου ο ελληνικός όρος χρησιμοποιείται κατά κόρον στην αγγλική λειτουργία αντί για την αγγλική μετάφραση της επίκλησης, αποδεικνύει τις υπερβολές στις οποίες είμαστε επιρρεπείς ως λαός.

grecobooks-6

Κατάργηση της ελευθερίας του λόγου από τις Πρέσπες;

Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στην Ελλάδα σε διάφορες εκφάνσεις του συλλογικού μας βίου. Εν προκειμένω, θα περιοριστούμε στην πολιτική σκηνή, όπου άλλωστε εμφανίζεται η τάση αυτή εντονότερα. Πρόσφατα, ο βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος κ. Άγγελος Συρίγος κατήγγειλε σε άρθρο του «Σκοπιανοί, Μακεδόνες και Βορειοπεριοχίτες» ότι δέχθηκε μήνυση γιατί αποκάλεσε τους κατοίκους του κρατιδίου των Σκοπίων Σκοπιανούς, αντί για «Μακεδόνες»(sic) ή «κατοίκους της Βόρειας Μακεδονίας», όπως ορίζει η Συμφωνία των Πρεσπών. Στο άρθρο του, παρατηρεί ορθώς ότι ενώ η συμφωνία εξασφαλίζει ρητώς στους Σκοπιανούς το δικαίωμα να αποκαλούνται «Μακεδόνες» δεν υπάρχει ουδεμία αναφορά του όρου Μακεδονία ως προς την Ελλάδα.

Βέβαια, δεν γνωρίζουμε εάν ο μηνυτής του κ. Συρίγου είναι απλά ένας εντόπιος εθνομηδενιστής που υποφέρει από σύμπλεγμα εθνικής μειονεξίας ή πράκτορας των Σκοπιανών ή ακόμη και υπάλληλος του μεγάλου χρηματοδότη της όλης ιστορικής αποδόμησης του Μακεδονικού Ελληνισμού κ. Σόρος. Αυτό που ξέρουμε με βεβαιότητα είναι ότι αυτοί που συνέταξαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν το κατάπτυστο αυτό κουρελόχαρτο δεν φρόντισαν να εξασφαλίσουν ρητώς έστω και αυτό το στοιχειώδες δικαίωμα στην Ελλάδα. Και αν η Συμφωνία των Πρεσπών δεσμεύει προς το παρόν την ελληνική διπλωματία να χρησιμοποιεί συγκεκριμένη ορολογία, είναι αδιανόητο να καταργεί την ελευθερία της έκφρασης στον δημόσιο λόγο. Είναι ακατανόητο γιατί ΜΜΕ, απλοί πολίτες και πολλώ δεν μάλλον βουλευτές θα πρέπει να αισθάνονται ότι επιβάλλεται να χρησιμοποιούν μια συγκεκριμένη ορολογία, ειδικά όταν την αναγνωρίζουν ως εθνικά επιζήμια.

Μια «εθνικά επιζήμια συμφωνία» δεν εφαρμόζεται, καταργείται

Μιλώντας στην συνέντευξη τύπου της ΔΕΘ, ο ίδιος ο πρωθυπουργός ομολόγησε ότι: «Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μία εθνικά επιζήμια συμφωνία» φροντίζοντας, ωστόσο, να ξεκαθαρίσει ότι «είναι κυρωμένη που σημαίνει ότι δεν αλλάζει κατά το δοκούν». Στην συνέχεια, πρόσθεσε ότι «Η συμφωνία δεν προβλέπει διαδικασία αλλαγής της, προβλέπει μόνο έλεγχο της εφαρμογής και σε αυτό θα είμαστε πολύ αυστηροί». Ο πρωθυπουργός μίλησε επίσης για την ανάγκη στήριξης των μακεδονικών προϊόντων και της εμπορικής επωνυμίας της Μακεδονίας, καθώς και να κερδίσει η Ελλάδα το παιχνίδι της επικοινωνίας παγκοσμίως, έτσι ώστε όταν κάποιος ακούει Μακεδονία, να σκέφτεται την ελληνική Μακεδονία.

Βέβαια, η μεσοβέζικη στάση του κυβερνώντος κόμματος έναντι της Συμφωνίας των Πρεσπών και το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, όντας αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν παρευρέθηκε σε κανένα συλλαλητήριο κατά της Συμφωνίας, δημιουργεί κάποιες εύλογες υποψίες ως προς τις προθέσεις του. Οι επικριτές του πρωθυπουργού του καταλογίζουν ότι καρπώθηκε τις ψήφους από την μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια γύρω από την Συμφωνία η οποία υπερψηφίστηκε με σαφώς αντιδημοκρατικές μεθόδους, χωρίς όμως να δεσμευθεί ότι θα αναλάβει την οποιαδήποτε δράση για να επανορθώσει τα κακώς κείμενα διότι πολύ απλά, η ιδεολογική αγκύλωση του κ. Τσίπρα του ήρθε πολύ βολική, κλείνοντας ένα ανοικτό μέτωπο (με τον χειρότερο τρόπο βέβαια) όπου η Ελλάδα δεχόταν συστηματική πίεση από ξένες δυνάμεις.

Αναρωτιέται, όμως, κανείς πώς είναι δυνατόν η σημερινή κυβέρνηση να πετύχει κάτι εθνικά επωφελές από την «αυστηρή εφαρμογή» μιας «εθνικά επιζήμιας συμφωνίας» και να κατοχυρώσει την εμπορική επωνυμία της ελληνικής Μακεδονίας, όταν εξαιτίας της κάκιστης αυτής συμφωνίας αμφισβητείται η επωνυμία αυτή πλέον και εντός Ελλάδος! Κακά τα ψέματα, η επαμφοτερίζουσα στάση του κ. Μητσοτάκη στο θέμα των Πρεσπών συνιστά διγλωσσία, η οποία, αργά η γρήγορα μετατρέπεται σε πολιτικό κόστος.

Τα επιχειρήματα του αρχιτέκτονα της συμφωνίας κ. Κοτζιά, ότι κλείνοντας το μέτωπο με τα Σκόπια η Ελλάδα μπορεί να ασχοληθεί απερίσπαστα με την Τουρκία, καταρρέουν ένα προς ένα. Ήδη έχουν παρατηρηθεί σωρεία παραβιάσεων της Συμφωνίας των Πρεσπών. Όταν πέσει η κυβέρνηση Ζάεφ τα φαινόμενα αυτά αναμένονται να αυξηθούν κατακόρυφα. Η δε Τουρκία αποθρασύνεται μέρα με την μέρα, καταπατώντας κατάφορα την συμφωνία με την ΕΕ για την μετανάστευση και παραβιάζοντας την ΑΟΖ της Κύπρου και τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας. Μέχρι σήμερα, καμία εξωτερική βοήθεια δεν φαίνεται να έχει παρασχεθεί στους «βολικούς» Έλληνες πολιτικούς, που δέχθηκαν να ξεπουλήσουν την Μακεδονία για να φανούν αρεστοί στις ξένες δυνάμεις και να υλοποιήσουν τις προσωπικές επιδιώξεις τους.

Όσο η διεθνής κατάσταση οξύνεται, τόσο θα αποκαλύπτεται η φαυλότητα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Το ερώτημα είναι εάν η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει ένα εναλλακτικό σχέδιο για να εξουδετερώσει την Συμφωνία των Πρεσπών; Καλό είναι να θυμάται, άλλωστε, ότι και ο τέως πρωθυπουργός κυκλοφορούσε κάποτε άνετα στα πεζοδρόμια, χωρίς την ανάγκη «δημοκρατικότατων» προληπτικών προσαγωγών, του ψεκασμού πολιτών με δακρυγόνα και του ξυλοδαρμού τους με ρόπαλα. Ο πολιτικός χρόνος κυλάει, τα λόγια διαλύονται και τα έργα μένουν. Η Μακεδονία αναμένει από την σημερινή κυβέρνηση να υπερασπιστεί το εθνικό συμφέρον καταγγέλλοντας την Συμφωνία των Πρεσπών.