Στο κέντρο της Αθήνας το ελληνικό κοινοβούλιο φιλοξενεί την Βουλή των Ελλήνων σ ένα εντυπωσιακό οικοδόμημα με θέα την πλατεία συντάγματος.

Πρόκειται για ένα τριώροφο νεοκλασικό κτίριο σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Φ. Γκαίρτνερ. Η ανέγερσή του ολοκληρώθηκε το 1843 και είχε ως αρχική χρήση την φιλοξενία της βασιλικής οικογένειας του βασιλέα Όθωνα και Γεωργίου. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχε πλέον το δικό του ανάκτορο. Οι πρώτοι Βασιλείς, Όθωνας και Αμαλία εγκαταστάθηκαν στην νέα τους κατοικία στις 25 Ιουλίου 1843.grecobooks-6

Η επιλογή της τοποθεσίας (λόφος της Μπουμπουνίστρας) ήταν επίσης πρόταση του αρχιτέκτονα της βαυαρικής αυλής Φρίντριχ Φον Γκαίρτνερ, και  επικράτησε μεταξύ άλλων προτάσεων όπως οι πρόποδες του Λυκαβηττού, η πλατεία Ομονοίας και η Ακρόπολη.

Με αφορμή την αρχή των έργων (6 φεβρουαρίου 1836) επαναλειτούργησαν τα λατομεία της Πεντέλης. Για την ανέγερση συνεργάστηκαν Έλληνες, Βαυαροί και Ιταλοί τεχνίτες, όπως και ο στρατός. Ο Γκαίρτνερ, σεβόμενος την κληρονομιά της Αθήνας και εδραιώνοντας τις αρχές της αναγέννησης του αστικού κλασικισμού, σχεδίασε ένα λιτό συμπαγές και ταυτόχρονα λειτουργικό κτίριο.

Η πρόσβαση του κτιρίου γίνεται απ όλες τις πλευρές του. Οι τέσσερις εξωτερικές πτέρυγες διαθέτουν τρεις ορόφους, ενώ υπήρχε και μία διώροφη κεντρική πτέρυγα που διαχώριζε τις δύο εσωτερικές αυλές. Στο ισόγειο φιλοξενούταν η Γραμματεία, το Ανακτορικό Ταμείο, τα μαγειρεία, το θησαυροφυλάκιο, το καθολικό παρεκκλήσιο όπως και πληθώρα βοηθητικών χώρων.

Στον πρώτο όροφο στεγαζόταν η Αίθουσα του Θρόνου, η Αίθουσα των Τροπαίων, η Αίθουσα των Υπασπιστών, η Αίθουσα Χορού, η Αίθουσα Παιγνίων, η Τραπεζαρία και τα βασιλικά διαμερίσματα σε γραμμική αλληλοδιαδοχή και μεταξύ τους επικοινωνία.  Ο όροφος αυτός ήταν και ο πολυτελέστερος του ανακτόρου.

Τον δεύτερο όροφο καταλάμβαναν τα ιδιαίτερα διαμερίσματα των διαδόχων, του αυλάρχη και του προσωπικού ενώ υπήρχε και υπόγειο που λειτουργούσε ως αποθηκευτικός χώρος. Τα μέλη της βασιλικής οικογένειας παρέμειναν εκεί μέχρι το 1924, όταν και καταργήθηκε η μοναρχία στην Ελλάδα μέσω δημοψηφίσματος.

Παράλληλα με την αρχιτεκτονική, μελετήθηκε ιδιαίτερα και η εσωτερική διακόσμηση του κτιρίου. Τον εξαιρετικό πλούτο και διάκοσμο φανερώνουν σωζόμενα έργα όπως το μεγαλοπρεπές μαρμάρινο κλιμακοστάσιο, η αίθουσα Τροπαίων και Υπασπιστών και η ζωφόρος της ελληνικής επανάστασης (έργο του γλύπτη Λούντβιχ Μίκαελ φον Σβαντάλερ σε συνεργασία με τους ζωγράφους Φίλιππο και Γεώργιο Μαργαρίτη, όπου αποτυπώνονται γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και προσωπογραφίες αγωνιστών).

Ο βασιλικός κήπος κάλυπτε την έκταση που καλύπτει και σήμερα και διαμορφώθηκε με την προσωπική φροντίδα της Αμαλίας και την εργασία του Γάλλου κηποτέχνη  Φρανσουά Λουί Μπαρώ, ο οποίος σχεδίασε το εσωτερικό δίκτυο των οδών και καθόρισε τη μορφή και τη θέση των διακοσμητικών στοιχείων.

Μετά τις δύο μεγάλες πυρκαγιές του 1884 και 1909 επί Βασιλέως Γεωργίου, το κτίριο πέρασε σε παρακμή. Μεγάλο μέρος του καταστράφηκε και η βασιλική οικογένεια αναγκάστηκε να μεταφερθεί στο θερινό ανάκτορο του Τατοΐου. Η αποκατάσταση των ζημιών καθυστέρησε λόγω της ασταθούς πολιτικής περιόδου (ελληνοβουλγαρικός πόλεμος, δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α’ και κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου).

Το έτος 1922 αποτέλεσε καμπή στην ιστορία του κτιρίου. Κάτω από τη σκιά της μικρασιατικής καταστροφής, κοινωνικοί φορείς στεγάστηκαν στο ανάκτορο με σκοπό να αντιμετωπίσουν τα σύνθετα προβλήματα της εποχής. Κάποιοι από αυτούς ήταν το Υπουργείο Γεωργίας, το Υπουργείο Στρατιωτικών, το Υπουργείο Υγιεινής, η Διεθνής Υπηρεσία Μετανάστευσης, η Αστυνομία Πόλεων, η «Χριστιανική Ένωσις Νεανίδων» (Χ.Ε.Ν.), και ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός. Τα διαμερίσματα των Βασιλέων και το ορθόδοξο πλέον παρεκκλήσι στο ισόγειο χρησιμοποιήθηκαν για την αποθήκευση της βασιλικής περιουσίας, η οποία κατατέθηκε το 1935 στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία.

Από το 1929 το κτίριο άλλαξε οριστικά χρήση στεγάζοντας πλέον την Βουλή των Ελλήνων. Ο αρχιτέκτονας Ανδρέας Κριεζής προχώρησε σε πληθώρα επεμβάσεων και αλλαγών. Αρχικά οι απαραίτητες στατικές μελέτες και ενισχύσεις στον φέροντα οργανισμό. Έπειτα η κατεδάφιση της κεντρικής πτέρυγας και η κατασκευή νέας για τη στέγαση των Αιθουσών συνεδριάσεων της Βουλής και της Γερουσίας. Εξωτερικά προστέθηκε μια νέα είσοδος στη βορινή πλευρά χωρίς να αλλοιώνει την όψη του κτιρίου.

Τέλος στο εσωτερικό έγιναν οι απαραίτητες αλλαγές ώστε το κτίριο να είναι λειτουργικό. Στο ισόγειο διαμορφώθηκαν οι χώροι των γραφείων του Πρωθυπουργού και του Προέδρου της Βουλής. Στο δεύτερο όροφο διαρρυθμίστηκαν χώροι στέγασης της Βιβλιοθήκης της Βουλής και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στο ανακαινισμένο κτίριο εγκαταστάθηκε η Γερουσία, η Βιβλιοθήκη και το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο παρέμεινε στο κτίριο έως το 1992.

Την 1η Ιουλίου 1935 η Ε΄ Εθνοσυνέλευση άρχισε πανηγυρικά τις εργασίες της στη νέα αίθουσα της Ολομέλειας. Από το 1935 έως σήμερα, στο Κτίριο στεγάζεται η Βουλή των Ελλήνων.

Το κτίριο του ελληνικού κοινοβουλίου. Γράφει ο Αναστάσιος ΓΕΩΡΓΙΛΑΣ. Εφημερίδα ΑΡΙΣΤΕΙΑ.