«Την Πέμπτη, 20 Απριλίου, ο αρχηγός του ΓΕΣ Σπαντιδάκης κάλεσε σε σύσκεψη 6 αντιστράτηγους, χωρίς όμως να συγκαλέσει επίσημη συνεδρίαση του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου, μια και δεν είχε εμπιστοσύνη σε ορισμένους αντιστράτηγους.

20190728_170453_0000.png

Ο Σπαντιδάκης ανέπτυξε τις απόψεις του για την κατάσταση και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση του στρατού ήταν αναγκαία. Οι υπόλοιποι αξιωματικοί συμφώνησαν μαζί του και του ανέθεσαν να συναντηθεί με τον βασιλέα προκειμένου να λάβει το “πράσινο φως” για την εκτέλεση του σχεδίου “ΙΕΡΑΞ II”. Οι στρατηγοί έμειναν ακόμη σύμφωνοι ότι σε περίπτωση που ο Κωνσταντίνος δεν τους έδινε σαφείς οδηγίες θα συνεδρίαζαν και πάλι τη Δευτέρα, 24 Απριλίου, για να επανεξετάσουν την κατάσταση.

Ο σταθμός της CIA ήταν ενήμερος για τη σύσκεψη και ανέμενε με μεγάλο ενδιαφέρον την απόφαση των στρατηγών. Η εκτίμησή τους ήταν ότι οι στρατηγοί δεν θα προχωρούσαν άμεσα σε πραξικόπημα. Ο Τάλμποτ είχε δώσει άλλωστε εντολή στον σταθμάρχη της αμερικανικής υπηρεσίας να “τους αποθαρρύνει, γιατί οι ΗΠΑ θέλουν τη διενέργεια δημοκρατικών εκλογών”.

Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες (Στυλιανός Παττακός, κ.ά.) ο αντιστράτηγος Ζωιτάκης ενημέρωσε τον Μακαρέζο για την απόφαση των στρατηγών να στείλουν τον Σπαντιδάκη στον Κωνσταντίνο. Ο Μακαρέζος με τη σειρά του την αποκάλυψε στους συνεργάτες του.

Τότε ακριβώς ελήφθη η κρίσιμη απόφαση, από τους Παπαδόπουλο, Παττακό και την υπόλοιπη συνωμοτική ομάδα, να τεθεί το ίδιο βράδυ σε εφαρμογή το σχέδιο “ΙΕΡΑΞ II συν 20%”, όπως αποκαλούσαν το σχέδιο του πραξικοπήματος.»


Παπαχελάς Α., Ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο αμερικανικός παράγων, 1947-1967, Εστία, Αθήνα 1997, σ.313.