Περισσότερα ερωτήματα παρά λύσεις στο Α΄ Συνέδριο Ελληνικής Παιδείας της Αρχιεπισκοπής Αμερικής

Συνεκλήθη, στις αρχές Νοεμβρίου, συνέδριο για την παιδεία από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, είναι αξιοσημείωτο, διότι πρόκειται για μια πρώτη ένδειξη προβληματισμού για την πορεία των ελληνικών σχολείων μετά από πολλά χρόνια. Πέρα από επιμορφωτικά συνέδρια, πάνε δύο δεκαετίες από τότε που έγινε κάποια συντονισμένη προσπάθεια, από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αμερικής κ. Σπυρίδωνα, δια του σχηματισμού επιτροπής υπό την προεδρία του αείμνηστου καθηγητή Ιωάννου Ρασσιά, για να εξετάσει την κατάσταση της ελληνικής παιδείας στην Αμερική και να προτείνει ένα σχέδιο δράσης. Από το 1999 έως σήμερα, βέβαια, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και η κατάσταση μεταβλήθηκε επί τα χείρω.

Ενδεικτικά, από την δημοσίευση του πορίσματος Ρασσιά το 1999, έχουν κλείσει τα μισά ελληνοαμερικανικά σχολεία στην Νέα Υόρκη, με την τελευταία απώλεια να σημειώνεται μόλις φέτος, τον Σεπτέμβριο, με την αναστολή της λειτουργίας του Σχολείου του Τιμίου Σταυρού, στην ελληνοκρατούμενη γειτονιά του Γουάιτστον (Whitestone), στην Νέα Υόρκη.

grecobooks-6

Πολλά τα ερωτήματα από τις πρώτες κινήσεις του νέου Αρχιεπισκόπου

Πέρα όμως από την επίδειξη καλών προθέσεων, το πρώτο συνέδριο που διοργανώνεται επί των ημερών του νέου Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. Ελπιδοφόρου, μοιάζει να δημιούργησε περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα έλυσε. Κατ’ αρχάς, σε αντίθεση με την σύνθεση της Επιτροπής Ρασσιά, η οποία απαρτιζόταν από καταξιωμένους ακαδημαϊκούς, στην νέα επιτροπή δεν υπάρχει ούτε ένας εκπρόσωπος από των χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Το ήμισυ των μελών είναι ιερείς, τα δύο-τρίτα των μελών δεν διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις στον χώρο της παιδείας, ενώ τουλάχιστον το ένα-τρίτο δεν διαθέτει καν επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας!

Τοιουτοτρόπως, ο νέος διευθυντής του Γραφείου Παιδείας (πρώην Ελληνικής Παιδείας) της Αρχιεπισκοπής, ο οποίος αποτελεί προσωπική επιλογή του Αρχιεπισκόπου Ελπιδοφόρου, κοσμείται μεν από ικανή διοικητική εμπειρία ως διευθυντής επιτυχημένου ημερησίου ελληναμερικανικού εκπαιδευτηρίου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν διαθέτει επάρκεια ελληνομάθειας. Συνεπώς, τίθεται εν αμφιβόλω η δυνατότητά του να συμβάλλει στον ουσιαστικό σχεδιασμό και την αξιολόγηση διδακτέας ύλης για την ελληνική γλώσσα. Άρα, ή ο νέος αρχιεπίσκοπος δρομολογεί αλλαγές στο έως σήμερα υφιστάμενο διοικητικό σχήμα αρμόδιο για τα ημερήσια και απογευματινά σχολεία της Αρχιεπισκοπής Αμερικής ή έχει προχωρήσει ελαφρά τη καρδία σε μια στρατηγική επιλογή για την ανασυγκρότηση της ελληνικής παιδείας η οποία ενδέχεται να τον εκθέσει.

Πέρα από πληθώρα φωτογραφιών, εγκώμια για την αξία της ελληνικής γλώσσας και μια αόριστη υποσχεσιολογία για τις καλύτερες μέρες που έρχονται, τα ουσιαστικά προβλήματα που οδήγησαν στην σημερινή κρίση που περνάει η ελληνική παιδεία δεν ετέθησαν επί τάπητος. Ο Αρχιεπίσκοπος υποσχέθηκε μεν ότι δεν πρόκειται να κλείσουν άλλα σχολεία (δεν έμειναν δα και πολλά), αλλά επέτρεψε ήδη να κλείσει ένα επί των ημερών του και διόρισε ως ιερατικώς προϊστάμενο της κοινότητας αυτής ιερέα που ήδη πρωτοστάτησε στο κλείσιμο ενός ακόμη ημερησίου σχολείου στην προηγούμενη κοινότητα όπου υπηρέτησε. Η δε ομογένεια ακόμη αναμένει την ανακοίνωση του σχεδίου για την εξυγίανση και επαναλειτουργία του προαναφερθέντος ημερησίου σχολείου της Κοινότητας του Τιμίου Σταυρού.

Απαραίτητες δράσεις και τομές

Η άλλη δράση που μπορεί να αναλάβει άμεσα η Αρχιεπισκοπή, χωρίς να χρειαστεί να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του διοικητικού σχήματος των κοινοτικών σχολείων, είναι να μειώσει την συνεισφορά των κοινοτήτων που συντηρούν ημερήσια σχολεία ή δωρεάν απογευματινά σχολεία και να ανακατανείμει τα τεράστια έσοδα που κερδίζονται από την μίσθωση κτιρίων που κάποτε λειτουργούσαν ως ελληνικά σχολεία και ενοικιάζονται σήμερα για αλλότριους σκοπούς, ενώ η ελληνική παιδεία στις ΗΠΑ στενάζει και τα δίδακτρα των σχολείων τείνουν να γίνονται απαγορευτικά υψηλά για οικογένειες (και δη πολύτεκνες) της μεσαίας τάξης.

Σχετικά με την μέθοδο διδασκαλίας, η ομογένεια έχει μείνει πολύ πίσω, δέσμια μιας ξεπερασμένης νοοτροπίας και παρωχημένης μεθόδου διδασκαλίας. Η αβουλία των ομογενειακών σχολείων να προχωρήσουν στην εφαρμογή ενός γνησίου δίγλωσσου προγράμματος συνιστά ίσως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ελληνική παιδεία στις ΗΠΑ. Η απλή διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ως ξένης ή έστω δεύτερης, για μία διδακτική ώρα την ημέρα, δεν αρκεί να καλύψει το δημιουργηθέν κενό – ειδικά στις νεώτερες γενιές, όπου η επαρκής γλωσσομάθεια των γονέων δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Τα πλεονεκτήματα της δίγλωσσης προσέγγισης, όπου τουλάχιστον η μισή διδακτέα ύλη παραδίδεται στην γλώσσα-στόχο, έχουν αποδειχθεί επιστημονικά σε επαναλαμβανόμενες έρευνες επί δεκαετιών.

Στην Βόρεια Αμερική, υπάρχουν έρευνες-σταθμοί που πραγματοποιήθηκαν ήδη από την δεκαετία του 1970 στον Καναδά (πρβλ. Wallace Lambert και Fred Genesee), ενώ στις ΗΠΑ, η οποία υπήρξε παραδοσιακά ουραγός στον τομέα της διδασκαλίας ξένης/δευτέρης γλώσσας, το δίγλωσσο μοντέλο υιοθετείται πλέον από όλο και περισσότερα σχολεία, παντός τύπου (δημόσια, ημικρατικά charter, ιδιωτικά). Δυστυχώς, τα ομογενειακά σχολεία (με εξαίρεση κάποια σχολεία τύπου τσάρτερ στην πολιτεία Φλόριδα) αγνοούν πεισματικά τα δεδομένα αυτά μέχρι στιγμής, με τις συνέπειες της κοντόφθαλμης αυτής αντίληψης να γίνονται ευρύτερα αισθητές τα τελευταία χρόνια.

Περνώντας από τα λόγια στις πράξεις

Το συνέδριο για την ελληνική παιδεία αποτέλεσε, στην ουσία, μια απλή σύναξη των δασκάλων και κοινοτικών παραγόντων υπό την ηγεσία της Αρχιεπισκοπής. Αποτελεί ένα πρώτο βήμα για να συζητηθούν οι προβληματισμοί των εμπλεκομένων φορέων και να διεξαχθεί ένας ευρύτερος διάλογος (αν κι εδώ υπάρχουν ήδη παράπονα από προσκεκλημένους και μη ότι φιμώθηκαν ή τέθηκαν στο περιθώριο), αρκεί να μην περιοριστεί η προσπάθεια στην πραγματοποίηση ανούσιων δημοσίων σχέσεων.

Τα ερωτηματικά για τις προθέσεις της Αρχιεπισκοπής και του νέου πηδαλιούχου της παραμένουν, και πλέον, αποκλειστικό κριτήριο αποτελούν οι πράξεις. Εάν η Αρχιεπισκοπή και οι οργανωμένες κοινότητες δεν διαθέτουν έστω και τώρα, την ύστατη στιγμή, την αποφασιστικότητα και την επιτελική ικανότητα να προωθήσουν τομές και εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις, ίσως πρέπει να αναζητηθούν άλλα σχήματα και νέοι φορείς που μπορούν και θέλουν να συμβάλλουν.

Σε κάθε περίπτωση… «καιρός του ποιήσαι».

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.