Οι Τρεις Μάγοι, αποκαλούμενοι και «Τρεις Βασιλείς» ή «σοφοί», αναφέρονται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον και στη χριστιανική παράδοση ως τρεις διακεκριμένοι ξένοι που επισκέφθηκαν τον Ιησού Χριστό μετά τη γέννησή του, προσφέροντάς του ως δώρα χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Αποτελούν συνήθεις μορφές στα πλαίσια του εορτασμού των Χριστουγέννων και σημαντικό στοιχείο της χριστιανικής παραδόσεως.

grecobooks-only.png

Το Κατά Ματθαίον είναι το μόνο από τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια που αναφέρει τους Μάγους. Γράφει ότι ήρθαν «από την ανατολή» για να προσκυνήσουν τον «Βασιλέα των Ιουδαίων» (Ματθ. β΄ 1-2). Δεν αναφέρει πουθενά τον αριθμό των Μάγων, αλλά τα περισσότερα χριστιανικά δόγματα υιοθέτησαν στην παράδοσή τους ότι ήταν τρεις, βασιζόμενα στην παρεχόμενη πληροφορία ότι προσέφεραν τρία δώρα. Αλλά στις μονοφυσιτικές συριακές εκκλησίες οι Μάγοι είναι συχνά δώδεκα. Ο χαρακτηρισμός τους ως βασιλέων σε μεταγενέστερα χριστιανικά κείμενα οφείλεται πιθανώς στον στίχο 11 του εβδομηκοστού πρώτου ψαλμού του Δαβίδ: «καὶ προσκυνήσουσιν αὐτῷ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς».

Η παραδοσιακή σκηνή της Γεννήσεως περιλαμβάνει τους τρεις «Μάγους» να επισκέπτονται τον Ιησού ως βρέφος κατά τη νύκτα της γεννήσεώς του μέσα σε μία φάτνη, συνοδευόμενοι από ποιμένες και αγγέλους, αλλά κάτι τέτοιο θα πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως μία καλλιτεχνική σύμβαση που επιτρέπει στις δύο ξεχωριστές περιστάσεις, την προσκύνηση των ποιμένων τη νύκτα της γεννήσεως και τη μεταγενέστερη προσκύνηση των μάγων, να συνδυάζονται σε μία για ευκολία. Η ευαγγελική αναφορά του Ματθαίου μνημονεύει απλώς ένα γεγονός σε μη προσδιοριζόμενο χρόνο μετά τη γέννηση του Χριστού. Σε αυτό οι Μάγοι επισκέπτονται το βρέφος σε ένα σπίτι («οἰκίαν») και όχι σε σπήλαιο-στάβλο, ενώ μόνο η μητέρα του είναι παρούσα:

«Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα (2) λέγοντες, Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. (3) ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ, (4) καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. (5) οἱ δὲ εἶπαν αὐτῷ, Ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτως γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· (6) Καὶ σύ, Βηθλέεμ γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. (7) Τότε Ἡρῴδης λάθρᾳ καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσεν παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, (8) καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπεν, Πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ. (9) οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν, καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἐστάθη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον. (10) ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα. (11) καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. (12) καὶ χρηματισθέντες κατ’ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν…»

800px-Brooklyn_Museum_-_The_Magi_Journeying_(Les_rois_mages_en_voyage)_-_James_Tissot_-_overall.jpg

Το κείμενο δεν προσδιορίζει κάποιο χρονικό διάστημα ανάμεσα στη γέννηση και στην προσκύνηση, ωστόσο οι πάμπολλες καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις ενθαρρύνουν τη λαϊκή πίστη ότι η επίσκεψη των Μάγων έγινε τον ίδιο χειμώνα με τη γέννηση, ενώ αυτή μπορεί να είχε λάβει χώρα μέχρι και δύο χρόνια αργότερα. Το μέγιστο αυτό ενδιάμεσο εξηγεί τη διαταγή του Ηρώδη στους μετέπειτα στίχους 16-18, κατά την οποία η σφαγή των νηπίων περιελάμβανε αγόρια ηλικίας μέχρι δύο ετών. Μεταγενέστεροι σχολιαστές, μη περιοριζόμενοι από τις παραδοσιακές ημερομηνίες, προτείνουν διάφορα άλλα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα.

Οι μάγοι αναφέρονται δύο φορές και στον στίχο 16, σε σχέση με τον θυμό του Ηρώδη όταν αυτός αντιλήφθηκε πως οι μάγοι τον είχαν κοροϊδέψει, και τη γνώση του χρόνου εμφανίσεως του αστέρα που είχε αποσπάσει ο Ηρώδης από αυτούς. Ο αστέρας που ακολούθησαν οι μάγοι είναι παραδοσιακά γνωστός ως το Άστρο των Χριστουγέννων ή το Άστρο της Βηθλεέμ.

Οι μάγοι αναφέρονται και ως σοφοί ή βασιλείς. Η «ελληνική» λέξη μάγος είναι η αρχαία περσική maguŝ, που προέρχεται από τον αβεστικό όρο magâunô, ο οποίος υποδηλώνει τη θρησκευτική κάστα στην οποία γεννήθηκε ο Ζωροάστρης και εξελίχθηκε στην ιερατική περσική κάστα της θρησκείας του Ζωροαστρισμού. Ως μέρος της θρησκείας τους, αυτοί οι ιερείς έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στα άστρα και είχαν διεθνώς φήμη για τις αστρολογικές τους προγνώσεις, σε μια εποχή που εκτιμούσε πολύ την αστρολογία ως επιστήμη. Οι θρησκευτικές πρακτικές τους και η χρήση της αστρολογίας προκάλεσαν την αλλαγή σημασίας των παραγώγων της λέξεως «μάγοι», ώστε να υποδηλώνουν αυτό που σήμερα εννοούμε ως «μαγικό» και «μαγεία», παρά το ότι ο Ζωροαστρισμός στην πραγματικότητα ήταν ισχυρά αντίθετος στη μαγεία.

Παρά το ότι οι Μάγοι αναφέρονται πολλές φορές ως «βασιλείς», δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο στη διήγηση του Ευαγγελιστή Ματθαίου που να υποδεικνύει ότι ήταν φορείς κάποιας εκτελεστικής εξουσίας. Ο χαρακτηρισμός τους αυτός σε μεταγενέστερα χριστιανικά κείμενα οφείλεται μάλλον στις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, που περιγράφουν τον Μεσσία ως δεχόμενο δώρα ή προσκυνούμενο από βασιλείς προσελκυόμενους από κάποιο φως σε τρία τουλάχιστον χωρία: Στο Βιβλίο του Ησαΐα (ξ΄ 3: «καὶ πορεύσονται βασιλεῖς τῷ φωτί σου»), στον 67ο Ψαλμό του Δαβίδ (στ. 29: «σοὶ οἴσουσι βασιλεῖς δῶρα») και ιδίως στον 71ο Ψαλμό (στ. 11), όπου διαβάζουμε: «καὶ προσκυνήσουσιν αὐτῷ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς».

Οι πρώτοι Χριστιανοί επανερμήνευσαν το Ευαγγέλιο υπό το φως αυτών των προφητειών και έτσι αναβάθμισαν τους Μάγους σε βασιλείς. Μετά τον 4ο αιώνα σχεδόν όλοι οι σχολιαστές υιοθετούσαν αυτή την παράδοση. Οι μεταγενέστερες χριστιανικές ερμηνείες τονίζουν την προσκύνηση των Μάγων μαζί με την προσκύνηση των ποιμένων ως την πρώτη αναγνώριση από τους ανθρώπους πάνω στη γη του Ιησού ως Μεσσία. Ο Ιωάννης Καλβίνος ήταν σφοδρά αντίθετος στο να αναφέρονται οι Μάγοι ως βασιλείς, γράφοντας: «Αλλά το γελοιωδέστερο εφεύρημα των Παπικών σε αυτό το θέμα είναι ότι εκείνοι οι άνδρες ήσαν βασιλείς… Πέρα από κάθε αμφιβολία, έχουν τυφλωθεί από τη δίκαιη κρίση του Θεού, ώστε όλοι να γελάσουν με τη χονδροειδή τους άγνοια.»

Παρά το ότι η Αγία Γραφή δεν δίνει τα ονόματα των Μάγων, η παράδοση και οι θρύλοι τούς αποδίδουν ποικιλία ονομάτων. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τους αγιοποίησε και τους δίνει παραδοσιακά τα εξής ονόματα:

Μελχιόρ ή Μελιχιόρ, ένας Πέρσης σοφός
Κασπάρ ή Γ(κ)ασπάρ ή Γκαθάσπα[, ένας Ινδός ή Άραβας σοφός
Βαλτάσαρ ή Βαλθάσαρ ή Βιθισάρεα, ένας Βαβυλώνιος σοφός.

Η Encyclopædia Britannica γράφει: «σύμφωνα με τη δυτική εκκλησιαστική παράδοση, ο Βαλτάσαρ ταυτοποιείται συχνά ως βασιλιάς της Αραβίας, ο Μελχιόρ ως βασιλιάς της Περσίας και ο Κασπάρ ως βασιλιάς της Ινδίας». Αυτά τα ονόματα προέρχονται από ένα ελληνικό χειρόγραφο, που πιθανώς γράφτηκε στην Αλεξάνδρεια περί το 500 μ.Χ. και μεταφράσθηκε στη λατινική υπό τον τίτλο Excerpta Latina Barbari. Υπάρχει όμως και ένα υποτιθέμενο ιρλανδικό χειρόγραφο, γραμμένο στην ελληνική και χρονολογούμενο από τον 8ο αιώνα, που μεταφράσθηκε στη λατινική ως Collectanea et Flores, συνεχίζει την παράδοση των τριών βασιλέων και των ονομάτων τους, δίνοντας πρόσθετες πληροφορίες.

Μια πιθανή προέλευση του ονόματος Γασπάρ εμφανίζεται στις Πράξεις του Θωμά, όπου αναφέρεται ο ιδρυτής του Ινδοπαρθικού Βασιλείου Γονδοφάρης (21 – περ. AD 47), εξελληνισμένη μορφή του ονόματος Γκουνταφαράσα. Ο Γονδοφάρης υποτίθεται ότι δέχθηκε την επίσκεψη του Αποστόλου Θωμά. Σύμφωνα με τον Ernst Herzfeld, το όνομα της πόλεως Κανταχάρ του Αφγανιστάν προέρχεται από το δικό του όνομα.

Αντιθέτως, πολλοί Χριστιανοί της Συρίας ονομάζουν τους Μάγους Λαρβανδάδ, Γκουσνασάφ και Ωρομίσδα. Αυτά τα ονόματα έχουν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι περσικά, αν και αυτό δεν εγγυάται την αυθεντικότητά τους.

Ως προς τις προχαλκηδόνιες Εκκλησίες της Ανατολής, η Αιθιοπική υιοθετεί τα ονόματα Hor, Karsudan και Basanater, ενώ οι Αρμένιοι Καθολικοί έχουν τα Kagpha, Badadakharida και Badadilma. Πολλοί Κινέζοι χριστιανοί πιστεύουν ότι ο ένας από τους Μάγους ήρθε από την Κίνα.

Η φράση ἀπὸ ἀνατολῶν είναι το μοναδικό στοιχείο που παρέχει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος για τον τόπο καταγωγής των Μάγων. Εκείνη την εποχή η Αυτοκρατορία των Πάρθων, με κέντρο την Περσία, κατείχε σχεδόν όλη τη γεωγραφική περιοχή ανατολικά της Ιουδαίας και της Συρίας (εκτός των ερήμων της Αραβίας στα νοτιοανατολικά). Αν και ήταν ανεκτική προς όλες τις θρησκείες, η επικρατούσα θρησκεία της αυτοκρατορίας ήταν ο Ζωροαστρισμός, με την ιερατική του τάξη των μάγων.

Παραδοσιακά αναπτύχθηκαν οι απόψεις ότι οι Μάγοι ήταν Βαβυλώνιοι, Πέρσες ή Υεμενίτες Εβραίοι, καθώς οι βασιλείς της Υεμένης ήταν τότε Εβραίοι.

Το απόκρυφο Συριακό Ευαγγέλιο δηλώνει καθαρά (κεφάλαιο γ΄) ότι παρακινήθηκαν στο ταξίδι τους από μία προφητεία του προφήτη τους Ζωροάστρη (Ζοραντάστ στα συριακά).

Υπάρχει μία αρμενική παράδοση που ταυτοποιεί τους «Μάγους της Βηθλεέμ» ως τους Βαλτάζαρ από την Αραβία, Μελχιόρ από την Περσία και Γκασπάρ από την Ινδία. Ο ιστορικός συγγραφέας του Μεσαίωνα Ιωάννης του Χίλντεσαϊμ γράφει για μία παράδοση της αρχαίας πόλεως Τάξιλα, στον Δρόμο του Μεταξιού (κοντά στο σημερινό Ισλαμαμπάντ), ότι ο ένας από τους Μάγους πέρασε από την πόλη αυτή πορευόμενος προς τη Βηθλεέμ.

Μετά την προσκύνηση, οι Μάγοι φεύγουν «επιστρέφοντας από άλλο δρόμο», ώστε να αποφύγουν τον Ηρώδη, και δεν ξαναεμφανίζονται στη διήγηση. Υπάρχουν πολλές παραδόσεις για το τι απέγιναν.

Ο ιστορικός του Χριστιανισμού Σεμπάστιαν Μπροκ (Brock) έγραψε: «Αναμφίβολα μεταξύ πρώην οπαδών του Ζωροαστρισμού που προσηλυτίσθηκαν στον Χριστιανισμό αναπτύχθηκαν θρύλοι σχετικώς με τους Μάγους του Ευαγγελίου». Και ο Anders Hultgård συμπεραίνει πως η ευαγγελική διήγηση για τους Μάγους επηρεάσθηκε από έναν ιρανικό θρύλο που αναφέρει μάγους και ένα άστρο, ο οποίος συνδέθηκε με περσικές διηγήσεις για την ανατολή ενός άστρου που προανήγγελε τη γέννηση ενός άρχοντα, και με μύθους που περιγράφουν μια θεϊκή μορφή να εκδηλώνεται με φως και φωτιά.

Προτάθηκε ότι ένα πρότυπο για το ταξίδι των Μάγων ίσως να έδωσε το ταξίδι στη Ρώμη του Βασιλιά Τιριδάτη Α΄ της Αρμενίας, μαζί με τους μάγους του, για να συναντήσει τον Αυτοκράτορα Νέρωνα, το 66 μ.Χ., λίγα χρόνια πριν το έτος συντάξεως του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου.

Υπήρχε επίσης μία παράδοση ότι οι Ναϊμάνοι της κεντρικής Ασίας και οι Χριστιανοί συγγενείς τους, οι Κεραΐτες, ήσαν απόγονοι των Τριών Μάγων. Αυτή η κληρονομιά πέρασε στη μογγολική δυναστεία του Τζένγκις Χαν όταν η Σοργκαγκτάνη, ανεψιά του Κεραΐτη Τογκρούλ, παντρεύτηκε τον Τολούι, τον νεότερο γιο του Τζένγκις Χαν, και γέννησε τον Μένγκε Χαν και τον διάδοχό του, τον Κουμπλάι Χαν. Αργότερα ο Τογκρούλ ταυτίσθηκε με τον μυθικό Χριστιανό βασιλιά της κεντρικής Ασίας Ιωάννη τον Πρεσβύτερο, του οποίου οι Μογγόλοι απόγονοι δέχθηκαν τις εκκλήσεις για συμμαχία κατά των Μουσουλμάνων από τους Ευρωπαίους μονάρχες και Πάπες της εποχής.

Ο Σεμπάντ ο Κοντόσταυλος, μεγαλύτερος αδελφός του βασιλιά Χετούμ Α΄ της Αρμενίας, επισκέφθηκε την αυλή των Μογγόλων στο Καρακορούμ το 1247-1250 και ξανά το 1254. Συνέταξε μία επιστολή προς την αδελφή του Στεφανία και προς τον Ερρίκο Α΄ της Κύπρου, στην οποία αναφέρει: «…το Ταντσάτ (Τανγκούτ), που είναι η χώρα από την οποία ήρθαν οι Τρεις Βασιλείς στη Βηθλεέμ για να λατρεύσουν τον Κύριο Ιησού όταν γεννήθηκε. Και να γνωρίζεις ότι η δύναμη του Χριστού υπήρξε, και είναι, τόσο μεγάλη, ώστε οι κάτοικοι αυτής της χώρας είναι Χριστιανοί. Και η όλη γη του Τσάτα (Καρά Χιτάι) πιστεύει σε εκείνους τους Τρεις Βασιλείς. Προσωπικά έχω επισκεφθεί τους ναούς τους και έχω δει εικόνες του Χριστού και των Τριών Βασιλέων, με τον πρώτο να προσφέρει χρυσό, τον δεύτερο λιβάνι και τον τρίτο σμύρνα. Και είναι μέσω των Τριών αυτών Βασιλέων που πιστεύουν στον Χριστό, και ότι ο Χάνος και ο λαός του έχουν γίνει Χριστιανοί». Ο θρυλικός Ιωάννης ο Πρεσβύτερος αναφέρεται ως απόγονος ενός εκ των Μάγων.

Πέρα από τα ονόματά τους, στους Τρεις Μάγους αποδόθηκαν ξεχωριστά για τον καθένα χαρακτηριστικά από τη χριστιανική παράδοση, κατά τα οποία αναπαριστούν τις τρεις ηλικίες του ανθρώπου, τρεις γεωγραφικές και πολιτισμικές περιοχές, και κάποιες φορές και άλλα πράγματα. Στη συνηθισμένη απεικόνισή τους στη Δυτική τέχνη, ήδη από τον 14ο αιώνα (π.χ. στο Παρεκκλήσιο Σκροβένι από τον Τζόττο το 1305), ο Κασπάρ είναι ηλικιωμένος, συνήθως με λευκή γενειάδα, και προσφέρει τον χρυσό. Είναι «Βασιλιάς της Ταρσού, γης των εμπόρων», και είναι ο πρώτος που γονατίζει μπροστά στο Θείο Βρέφος. Ο Μελχιόρ είναι μεσόκοπος και προσφέρει λιβάνι από την πατρίδα του Αραβία. Ο Βαλτάσαρ είναι νέος στην ηλικία, ο πιο μελαψός από όλους, και προσφέρει μύρο από τη χώρα του Σαβά (τη σημερινή νότια Υεμένη). Οι ηλικίες τους δίνονται στρογγυλευμένες ως 60, 40 and 20 έτη αντιστοίχως, ενώ οι χώρες προελεύσεώς τους δεν παραμένουν σταθερές: ο Βαλτάσαρ όλο και συχνότερα αναφέρεται ότι προερχόταν από την Αιθιοπία ή άλλη περιοχή της Αφρικής, ώστε να παριστάνεται μαύρος.

Τρία δώρα αναφέρονται από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο: χρυσός, λιβάνι (στην Ελληνιστική Κοινή: λίβανος) και σμύρνα. Πολλές διαφορετικές απόψεις για το νόημα και τον συμβολισμό των δώρων έχουν διατυπωθεί. Σήμερα ο χρυσός μάς φαίνεται πιο προφανής επιλογή, ενώ τα άλλα δύο λιγότερο ξεκάθαρες. Δύο πάντως είναι οι βασικές νοηματοδοτήσεις:

Τα τρία δώρα ήταν οι συνήθεις προσφορές προς έναν βασιλέα. Το μύρο (σμύρνα) ήταν μία από τις συνηθέστερες αλοιφές, το λιβάνι είχε αρωματική χρήση και ο χρυσός είχε την αξία του πολύτιμου μετάλλου.

Τα δώρα είχαν πνευματικό νόημα: Ο χρυσός ως σύμβολο της επίγειας Βασιλείας, το λιβάνι (ως θυμίαμα) ως σύμβολο της Θεότητας και το μύρο (που το χρησιμοποιούσαν για να μυρώνουν τους νεκρούς) ως σύμβολο του θανάτου.

Ο πρώτος που γράφει για αυτή την ερμηνεία είναι ο Ωριγένης στο Κατά Κέλσου: «χρυσός, ως προς βασιλέα. Μύρο, ως προς θνητό. Και θυμίαμα, ως προς Θεό.»

Μερικές φορές ο συμβολισμός περιγράφεται γενικότερα: ο χρυσός συμβολίζει την αρετή, το λιβάνι την προσευχή και η σμύρνα το μαρτύριο.

Η σμύρνα είχε ευρεία χρήση στο άλειμμα των νεκρών και ως θυμίαμα μετανοίας στις κηδείες και στις αποτεφρώσεις μέχρι τον 15ο αιώνα. Το ελαιώδες Άγιο Μύρο, που χρησιμοποιείται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στα μυστήρια του Χρίσματος και του Αγίου Ευχελαίου περιέχει σμύρνα.

Από την άλλη, έχει προταθεί ότι τα δώρα ήταν στην πραγματικότητα φαρμακευτικό υλικό.

Ο Ελληνοσύρος βασιλιάς Σέλευκος Β΄ Καλλίνικος αναφέρεται ότι προσέφερε χρυσό, λιβάνι και σμύρνα (μαζί με άλλα είδη) στον θεό Απόλλωνα στον ναό του στη Μίλητο το 243 π.Χ..

Ο αριθμός των δώρων πιστεύεται ότι αποτελεί την κυριότερη αιτία για την οποία οι Μάγοι προσδιορίζονται ως τρεις τον αριθμό.

Σε έναν ύμνο του ισπανόφωνου ποιητή Προυδέντιου το 400 μ.Χ. περίπου, τα τρία δώρα έχουν ήδη λάβει τη μεσαιωνική σημασία τους ως σύμβολα της ταυτότητας του Χριστού. Την ίδια εποχή περίπου, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι τα δώρα των Μάγων ήταν τα πρέποντα για να δοθούν όχι απλώς σε έναν βασιλιά, αλλά στον Θεό, και τα φέρνει σε αντίθεση με τα παραδοσιακά δώρα που έκαναν οι Εβραίοι (αρνιά και μοσχάρια). Κατά συνέπεια, καταλήγει ο Χρυσόστομος, οι Μάγοι προσεκύνησαν τον Ιησού ως Θεό.

Το τι απέγιναν τα δώρα των Μάγων δεν αναφέρεται στην Αγία Γραφή, αλλά πολλές παραδόσεις αναπτύχθηκαν και για αυτό το θέμα. Μία από αυτές θέλει τον χρυσό να κλάπηκε από τους δύο ληστές που αργότερα σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό. Μία άλλη, ότι ο Κύριος εμπιστεύθηκε τον χρυσό στον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ο οποίος τον καταχράσθηκε. Ακόμα, λέγεται ότι ο Ιωσήφ και η Μαρία ξόδεψαν τον χρυσό για να χρηματοδοτήσουν το ταξίδι τους στην Αίγυπτο, μετά την προειδοποίηση του αγγέλου σχετικά με το σχέδιο του Ηρώδη να σκοτώσει το Θείο Βρέφος. Μία άλλη παράδοση αναφέρει ότι το μύρο των Μάγων χρησιμοποιήθηκε για να αλείψει το σώμα του Ιησού μετά τη Σταύρωσή του.

Υπάρχει μία χρυσή θήκη του 15ου αιώνα που υποτίθεται ότι περιέχει τα δώρα των Μάγων και φυλάσσεται στη Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος. Δωρήθηκε στη μονή τον 15ο αιώνα από τη Μάρα Μπράνκοβιτς, θυγατέρα του ηγεμόνα της Σερβίας Γεωργίου Μπράνκοβιτς και της Ειρήνης Καντακουζηνής. Προφανώς βρίσκονταν στο Παλάτιο της Κωνσταντινούπολης, αφού λέγεται ότι επιδεικνύονταν εκεί από τον 4ο αιώνα. Στη σημερινή τους κατάσταση, ο χρυσός βρίσκεται με τη μορφή τετράγωνων και τριγωνικών πλακών, που φέρουν διακόσμηση και έχουν διαστάσεις 5 και 7 cm. Το λιβάνι και η σμύρνα είναι σε 70 σκουρόχρωμα σφαιρίδια στο μέγεθος ελαιοκάρπου, περασμένα σαν χάντρες σε ασημένιο νήμα. Σύμφωνα με τον σχετικό θρύλο, η Παναγία παρέδωσε πριν τον θάνατό της τα δώρα σε δύο τίμιες γυναίκες.

Μετά τον σεισμό της Αθήνας στις 9 Σεπτεμβρίου 1999, τα δώρα αυτά μεταφέρθηκαν και εκτέθηκαν προσωρινά σε προσκύνημα στην Αθήνα, για την ενδυνάμωση των κατοίκων και τη συλλογή χρημάτων για τα θύματα του σεισμού. Πέντε χρόνια αργότερα, τα Χριστούγεννα του 2014, εκτέθηκαν σε προσωρινό προσκύνημα στην Ουκρανία και στη Λευκορωσία, εγκαταλείποντας έτσι τον ελλαδικό χώρο για πρώτη φορά μετά τον 15ο αιώνα.

Οι Αθωνίτες μοναχοί πιστεύουν ότι τα Δώρα των Μάγων έχουν ιαματικές δυνάμεις, προσφέροντας έτσι μαρτυρία για την Ενανθρώπηση του Χριστού.

Οι Μάγοι, μετά την αναφορά ότι επέστρεψαν πίσω στις χώρες τους, δεν ξαναεμφανίζονται στη διήγηση της Αγίας Γραφής. Υπάρχουν πολλές παραδόσεις για το τι απέγιναν. Μία από αυτές υποστηρίζει ότι βαπτίσθηκαν Χριστιανοί από τον Απόστολο Θωμά στον δρόμο του προς την Ινδία.

Μία παράδοση γνώρισε ιδιαίτερη αποδοχή στην Ισπανία τον 17ο αιώνα και είναι καταγεγραμμένη σε ένα έργο που ονομάζεται Χρονικόν του Ντέξτερ, καθώς αποδίδεται στον Φλάβιο Λούκιο Ντέξτερ (Flavius Lucius Dexter), επίσκοπο της Βαρκελώνης κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Η παράδοση εμφανίζεται με τη μορφή ενός απλού μαρτυρολογίου ως εξής: «Στην Ευδαίμονα Αραβία, στην πόλη Σησανία, το μαρτύριο των αγίων βασιλέων, των τριών Μάγων Γκασπάρ, Βαλθάσαρ και Μελχιόρ, που λάτρευαν τον Χριστό.» Το Χρονικό πρωτοεμφανίσθηκε το 1610 και γνώρισε μεγάλη δημοφιλία μαζί με τις παραδόσεις που περιείχε καθ’ όλο τον 17ο αιώνα. Αργότερα αμφισβητήθηκε, όταν ιστορικοί και η Ρωμαιοκαθολική Ιεραρχία στη Ρώμη απεκήρυξαν το έργο ως μία ευσεβή απάτη.

Μια άλλη παράδοση βεβαιώνει ότι οι βιβλικοί Μάγοι «μαρτύρησαν για την Πίστη και τα σώματά τους ανευρέθηκαν από την Αγία Ελένη και μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, από όπου μεταφέρθηκαν στο Μιλάνο το 344. Είναι βέβαιο ότι όταν ο Φρειδερίκος Α΄, ο επιλεγόμενος Βαρβαρόσσα, κυριάρχησε στο Μιλάνο, τα λείψανα αυτά στάλθηκαν στη Γερμανία» (το 1164) και σήμερα βρίσκονται μέσα στην Οστεοθήκη «των Τριών Βασιλέων», η οποία φυλάσσεται στο ιερό του Καθεδρικού Ναού της Κολωνίας. Οι Μιλανέζοι έμειναν με την άδεια κάσα, της οποίας τα ξύλινα θραύσματα μεταχειρίσθηκαν ως «δευτερογενή» ιερά κειμήλια. Αυτά γνώρισαν μεγάλη διάδοση στην ευρύτερη περιοχή, μέχρι και τη νότια Γαλλία, κάτι που εξηγεί τη μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται οι Μάγοι πάνω σε κειμηλιοθήκες με σμάλτο της Λιμόζ. Ως προς το γιατί είχαν μεταφερθεί τα οστά από την Κωνσταντινούπολη στο Μιλάνο, κάποιες πηγές αναφέρουν ως βασικό παράγοντα τον επίσκοπο του Μιλάνου Ευστόργιο Α΄, ο οποίος ήταν Έλληνας ευγενικής καταγωγής.

Cologne_Cathedral_Shrine_of_Magi
Η οστεοθήκη των Αγίων Τριών Μάγων, στον Ιερό Καθεδρικό Ναό της Κολωνίας

Υπάρχουν αρκετές άλλες παραδόσεις σχετικά με το πού βρίσκονται τα λείψανα των Μάγων, αν και καμιά τους δεν θεωρείται βάσιμη ή ιδιαιτέρως πιθανή από τους ιστορικούς. Ο Μάρκο Πόλο ισχυρίζεται ότι του έδειξαν τους τρεις τάφους των Μάγων στο Σαβέ, νοτίως της Τεχεράνης, την δεκαετία του 1270:

«Στην Περσία υπάρχει η πόλη του Σαβέ, από την οποία ξεκίνησαν οι τρεις Μάγοι, και σε αυτή την πόλη είναι θαμμένοι, σε τρία πολύ μεγάλα και όμορφα μνημεία, πλάι-πλάι. Και πάνω από αυτά βρίσκεται ένα τετράγωνο κτίσμα, καλοδιατηρημένο. Τα σώματα είναι ακόμα ανέπαφα, με τα μαλλιά και τα γένεια τους.

kares agion trion magon.jpeg
Η τίμιες κάρες των Αγίων Τριών Μάγων. Στην σαρκοφάγο απεικονίζεται ο Μέγας Αλέξανδρος…
megas alexandros agioi treis magi.jpg
Ο Μέγας Αλέξανδρος…

Οι περισσότερες Δυτικές χριστιανικές ομολογίες «μνήμην ποιούνται» της επισκέψεως των Μάγων κατά την ημέρα των Θεοφανείων, στις 6 Ιανουαρίου, οπότε εορτάζονται και οι Μάγοι ως άγιοι. Αντιθέτως, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους ανήμερα τα Χριστούγεννα, στις 25 Δεκεμβρίου.