Το γένος σύσσωμο θρηνεί
του Βασιλιά του τη θανή.

Α΄

Έσβησε τόση μας χαρά,
σιγούν φαιδροί παιάνες,
λυπητερά λυπητερά
σημαίνουν οι καμπάνες.

Στη Σαλονίκη σκότωσαν τον Ρήγα της ειρήνης,
τον Ρήγα της γαλήνης.
Θρηνήσατε χωρίς μιλιά,
της Μνημοσύνης κόρες,
σκεπάσατε τον Βασιλιά
σημαίες νικηφόρες.

Κλάψε, χρυσή Βασίλισσα, σύντροφο δοξασμένο,
κλάψε τον Κορωνάτο σου τον κοσμαγαπημένο.
Και σεις εγγόνια και παιδιά μαζί με την μητέρα
σταθείτε γύρω στον παππού, στον Ρήγα τον πατέρα,
κι ας γίνει κάθε δάκρυ σας διαμάντι της Κορώνας,
όπου σας εστεφάνωσε στου γένους τους αγώνας.

Όλοι γονατίσετε
μπρος στο φέρετρό του,
άρματα βροντήσετε
γύρω στον νεκρό του.

Μεγάλη προσευχή,
ας κάνουν τ’ άρματά σας
για Βασιλιά ψυχή,
που λαχταρά κοντά σας.

Κεφάλια δαφνηφόρα,
και Στόλοι και Στρατοί
κλίνουν θλιμμένοι τώρα
σε Ρήγα μαχητή.

Νεκρό τον βλέπουν κάτω …
καλύβι και Παλάτι
κλαίει τον Κορωνάτο,
κλαίει τον δημοκράτη.
Κτυπούν καμπαναριά,
κι ένας λαός μπροστά του
νιώθει βαριά βαριά
την λύπη του θανάτου.

Λάβαρα ξεδιπλώνει
και διηγείται κλέη,
το μάτι του θολώνει
και κλαίει κλαίει κλαίει.

Τον δημοκράτη Ρήγα του, νεκρό τον αντικρύζει,
πνοή θανάτου μάρανε μορφής ωραίας μήλα,
και μες στα ματοκλάδια του το δάκρυ πλημμυρίζει
και τρέμει καθώς τρέμουνε στάλες δροσιάς σε φύλλα.


Γεώργιος Σουρής, «Στον θάνατο του Γεωργίου Α΄», Άπαντα. Ανθολόγηση από τον «Ρωμηό» και άλλα έντυπα της εποχής, τ. Α΄, Βιβλιοθήκη για όλους, Αθήνα χ.χ, σ. 401-402.