Παραλειπόμενα από την πρωθυπουργική επίσκεψη στις ΗΠΑ

Η πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως τόσο από τα κόμματα της Βουλής, όσο και από τα ΜΜΕ, φιλοκυβερνητικά και αντιπολιτευόμενα. Μετά τον Β΄ ΠΠ, η σχέση Ελλάδας-ΗΠΑ χαρακτηρίζεται από ανισομέρεια, οπότε οι διακρατικές συναντήσεις κορυφής λαμβάνουν, επί το πλείστον, δημοσιοσχεσίτικο χαρακτήρα. Η ατζέντα των διμερών επαφών διαμορφώνεται πολύ νωρίτερα από τους καθ’ ύλην αρμόδιους και οι όποιες στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονται έξω από τον Λευκό Οίκο, οπότε το κυριότερο θέμα που διαμορφώνεται εκ της άμεσης επαφής είναι η ανάπτυξη καλής χημείας μεταξύ των δύο ηγετών.

Όμως, αρκούν οι όποιες επιμέρους «συμπάθειες» να αλλάξουν την ρότα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής; Μάλλον όχι, αν και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αποκτήσει την φήμη του απρόβλεπτου, που λειτουργεί εκτός παραδοσιακών πολιτικών πλαισίων. Πολλά έχουν γραφεί για την περίπτωση της σκανδαλώδους εύνοιας και προστασίας που επιδεικνύει προς τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Έρντογαν και τον ρόλο που έχει παίξει η καλή χημεία που αναπτύχθηκε μεταξύ των γαμπρών αμφοτέρων, οι οποίοι παίζουν σημαίνοντα ρόλο στην διακυβέρνηση των αντιστοίχων κρατών, όμως τα προσωπικά και επιχειρηματικά συμφέροντα του Αμερικανού δισεκατομμυριούχου μάλλον έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο.

grecobooks-6

Επομένως, οι όποιες «εκτός ατζέντας» εξελίξεις στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις που μπορεί να διαμορφώνονται από την επίσκεψη Μητσοτάκη θα πάρουν κάποιο χρόνο να φανούν, αν φανούν ποτέ. Στα ομογενειακά θέματα, όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο ξεκάθαρα, αν και δεν λαμβάνουν την προβολή που θα έπρεπε. Άλλωστε, η ενίσχυση και αποδοτική αξιοποίηση της Διασποράς αναφέρεται συχνά από Έλληνες πολιτικούς και ομογενειακούς παράγοντες. Αποτελεί ένα ιδιαίτερο κομμάτι της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αν και στρατηγικά υποβαθμισμένο λόγω σειράς πολυετών λαθών και κακών χειρισμών.

Τι δεν είπε ο πρωθυπουργός για τον νόμο-έκτρωμα για την ψήφο των αποδήμων

Αφ’ενός, παρατηρείται ότι η διευκόλυνση-έκτρωμα για την ψήφο των αποδήμων που νομοθέτησε η σημερινή κυβέρνηση δεν τέθηκε επί τάπητος. Σε ομιλία του σε δείπνο της οργάνωσης AHEPA, ο πρωθυπουργός αρκέστηκε να τονίσει ότι η αρχική πρόθεσή του ήταν να έχουν όλοι οι Έλληνες πολίτες του εξωτερικού το δικαίωμα της ψήφου, όμως έπρεπε να γίνει συμβιβασμός για να επιτευχθεί η απαιτούμενη ενισχυμένη πλειοψηφία των 2/3 για να περάσει ο νόμος. Περιορίστηκε να πει ότι ο νόμος «είναι μια πολύ καλή βάση, δεν απαγορεύει περαιτέρω τροποποιήσεις στο μέλλον».

Βέβαια, εκτός από τους απαράδεκτους χρονικούς περιορισμούς που θέτει ο εν λόγω νόμος, τους γραφειοκρατικούς σκοπέλους και την απαγόρευση της επιστολικής ψήφου, υπάρχει και το θέμα της μη καταμέτρησης της ψήφου. Για όσους ομογενείς καταφέρουν τελικά και ψηφίσουν, η ψήφος τους δεν θα ενισχύει τον τάδε ή δείνα υποψήφιο του κόμματος της επιλογής τους, αλλά θα προσμετρείται αποκλειστικά και αόριστα στο ψηφοδέλτιο επικρατείας, δημιουργώντας, στην ουσία, κάλπες α΄ και β΄ κατηγορίας, όπως και πολίτες α΄ και β΄ κατηγορίας. Για το θέμα αυτό, δεν ελέχθη κουβέντα και είναι άδικο, διότι κανένας βουλευτής δεν θα είναι υπόχρεος να «λογοδοτεί» στον ψηφοφόρο του εξωτερικού, ούτε καν αυτός της εκλογικής περιφέρειας στην οποία ο ψηφοφόρος είναι εγγεγραμμένος. Ίσως, πάλι, η νομοθετική πρόβλεψη αυτή να αποτελεί μια κυνική ομολογία του συστήματος ότι οι κατά τόπους εκλεγμένοι βουλευτές δεν «λογοδοτούν» καν στους εγχώριους πολίτες, οπότε σιγά μην λογοδοτήσουν και στους απόδημους.

Οι όποιες αντιδράσεις της ομογένειας, είτε δεν καλύφθηκαν από τα εντόπια και ελληνικά ΜΜΕ, είτε δεν εκφράστηκαν για να διατηρηθεί η ομοψυχία εν όψει της συνάντησης Τραμπ-Μητσοτάκη. Από την μια, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η στάση αυτή αποδεικνύει πολιτικό πολιτισμό και την συνειδητή απόφαση της Ομογένειας να προτάσσει το εθνικό συμφέρον υπεράνω του ιδιωτικού και κομματικού. Από την άλλη, θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι οι ίδιοι χειροκροτητές του τέως πρωθυπουργού κ. Τσίπρα πλαισίωναν τώρα τον νυν πρωθυπουργό, οπότε η αποσιώπηση των θέσεων και απαιτήσεων της λαϊκής βάσης της Ομογένειας αφορά σε προσωπικές σκοπιμότητες και την αναζήτηση «μονάκριβων φωτογραφικών στιγμιότυπων» που θα ενισχύουν το προσωπικό προφίλ του εκάστοτε παράγοντα και οργανισμού.

Αμφιλεγόμενη επένδυση στην Σχολή της Αρχιεπισκοπής Αμερικής

Αναχωρώντας, ο πρωθυπουργός φάνηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρος και στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής, προσφέροντας ετήσια χορηγία της τάξεως των 2 εκατομμυρίων ευρώ, αρχίζοντας από πέρυσι, στην Θεολογική Σχολή της, η οποία εδρεύει στην Βοστώνη. Μαζί με την γενικότερη οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Αρχιεπισκοπή Αμερικής εξαιτίας της κακής διοίκησης του παρελθόντος και των οικονομικών σκανδάλων που την έπληξαν πρόσφατα, η Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού βρίσκεται σε παρατεταμένη παρακμή, με την Επιτροπή Ανώτερης Εκπαίδευσης Νέας Αγγλίας να θέτει την Σχολή, και το Ελληνικό Κολλέγιο, με το οποίο μοιράζεται τις εγκαταστάσεις της, σε καθεστώς δοκιμαστικής επιτήρησης για τουλάχιστον δύο έτη, επειδή δεν πληρούν τις προδιαγραφές της Επιτροπής για Σχεδιασμό, Αξιολόγηση και Επιτήρηση. Σύμφωνα με ξεχωριστή προειδοποίηση της Επιτροπής, εάν δεν ληφθούν επειγόντως τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα, κινδυνεύει η ακαδημαϊκή αναγνώριση των εν λόγω ΑΕΙ.

Η κίνηση της κυβέρνησης να επενδύσει ένα σημαντικό ποσό στο εν λόγω ίδρυμα προκάλεσε ποικίλα σχόλια στην Ελλάδα και την Ομογένεια, διότι, αφ’ενός, η τελευταία δεν στερείται οικονομικών πόρων, σύμφωνα, τουλάχιστον, με την επικρατούσα αντίληψη, οπότε η έλλειψη χρημάτων ενδεχομένως να οφείλεται σε επιμέρους ενστάσεις τοπικών χρηματοδοτών για την γενικότερη λειτουργία της Σχολής (και άλλων ιδρυμάτων, π.χ. την απαράδεκτη καθυστέρηση και εκτίναξη του κόστους για την ανοικοδόμηση του Ι.Ν. Αγ. Νικολάου στο Παγκόσμιο Εμπορικό Κέντρο) και αφ’ ετέρου, η Ελλάδα δεν έχει συνέλθει ακόμη από την 10ετή οικονομική κρίση που την έπληξε, μαζί με τα καταστροφικά μνημόνια, οπότε είναι απορίας άξιον πώς γίνεται να περισσεύουν χρήματα για μια περιοχή του εξωτερικού που μόνο φτωχή δεν είναι και να μην επαρκούν για τις εγχώριες ανάγκες.

Η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να επενδύσει στην ακαδημία και την παιδεία θα μπορούσε στρατηγικά να ενισχύσει την «ήπια ισχύ» της χώρας, όμως αυτό προαπαιτεί την ριζική αλλαγή της φιλοσοφίας της Σχολής. Το επίπεδο ελληνομάθειας των αποφοίτων της Σχολής έχει φτάσει στο ναδίρ τις τελευταίες δεκαετίες, γεγονός που οδηγεί σε ιερείς και θεολόγους που είναι λειτουργικά αναλφάβητοι στην ελληνική γλώσσα ή ακόμα και πολέμιοί της. Κατά καιρούς, υπήρξαν και κατηγορίες για την υπόθαλψη ενός κλίματος ανθελληνισμού στους κόλπου της Σχολής, ενώ ο ίδιος ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Αμερικής είχε ασκήσει αυστηρή κριτική για τα θέματα αυτά σε παλιότερη ομιλία του όταν βρισκόταν στην Αμερική ως επισκέπτης καθηγητής το 2004.

Η ήπια ισχύς διαμέσου της ενίσχυσης της ελληνικής παιδείας

Επομένως, εάν δεν ληφθούν ριζικές τομές για την ενίσχυση της ελληνομάθειας και της ελληνοπρέπειας στην Σχολή, μιλάμε ουσιαστικά για πεταμένα λεφτά. Υπό το πρίσμα αυτό, ο σκοπός της επένδυσης αυτής ενδεχομένως να αφορά στην επιβράδυνση της ολοκληρωτικής πτώσης της Σχολής και παράταση της λειτουργίας της, για να μην σκάσει στα χέρια του νέου αρχιεπισκόπου η ωρολογιακή βόμβα που παρέλαβε.

Σε κάθε περίπτωση, αναρωτιέται κανείς και αξίζει να γίνει δημόσιος διάλογος για το εάν θα ήταν προς το γενικότερο συμφέρον τα χρήματα αυτά είτε να χρησιμοποιηθούν για τα έξοδα της υποχρεωτικής φοίτησης των σπουδαστών της Σχολής στην Ελλάδα για ένα σεβαστό μέρος της θητείας τους (πράγμα που θα τόνωνε και την τοπική οικονομία, με πολλαπλά οφέλη) ή να δοθούν στα ημερήσια ελληνικά σχολεία που λειτουργούν στις ΗΠΑ και αντιμετωπίζουν πρωτοφανείς προκλήσεις εν μέσω της εκπαιδευτικής κρίσης που μαστίζει την Ομογένεια, παράλληλα με την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Αρχιεπισκοπή.

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.