Για τους περισσότερους από εμάς, το φετινό Πάσχα θα είναι διαφορετικό από όσα έχουμε ζήσει. Οι ιερές ακολουθίες θα τελούνται κεκλεισμένων των θυρών καθ’ όλη την διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδος, οι πιστοί θα παρακολουθούν την κορύφωση του θείου δράματος από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες, ενώ ο Πασχαλινός παιάνας «Χριστός Ανέστη» και η αφή των λαμπάδων που συμβολίζει την επικράτηση του φωτός έναντι του σκότος, την ανατολή του ανεσπέρου φωτός της Αναστάσεως και την κατάργηση του θανάτου, θα γίνει από τα μπαλκόνια μας.

Ταμπουρωμένοι «εις τα ίδια», θα γιορτάσουμε την εορτή των εορτών και πανήγυρη των πανηγύρεων κατ’ οίκον. Οι πασχαλινές εξορμήσεις στην εξοχή και τα χωριά δεν θα υπάρξουν φέτος, ούτε οι συγκεντρώσεις σε τσιπουράδικα, χασαποταβέρνες και μπουζουξίδικα. Η συνήθης τύρβη, η οποία άλλωστε απάδει προς την αγιώτητα των ημερών, θα κοπάσει και, έτσι ελεύθεροι πολιορκημένοι που είμαστε φέτος, ίσως μάς μείνει λίγο παραπάνω χρόνος να ασχοληθούμε με την ουσία της εορτής. Άλλωστε, η εκκοσμίκευση, χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας, προτάσσει πολλά εμπόδια, υπό την μορφή παρέργων, στην γνήσια μετοχή των φρικτών και αχράντων Παθών, αλλά και της ζωηφόρου Αναστάσεως που αποτελεί την πηγή της υπαρξιακής μας ελευθερίας. Η ενασχόλησή μας με τα ελάσσονα έτεινε να περιθωριοποιήσει τα μείζονα, παρά την ξεκάθαρη αποστολική διαπίστωση ότι «τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται».

grecobooks-6

Κλειστοί οι ναοί, αλλά όχι οι εκκλησίες

Φυσικά, η απογοήτευση και κατήφεια που δημιουργούν οι περιορισμοί που αφορούν στην κορυφαία, ίσως, συλλογική μας εκδήλωση ως Έθνος είναι δικαιολογημένες. Τα περιοριστικά μέτρα επηρεάζουν ένα ουσιαστικό τρόπο εκδήλωσης του πνευματικού και πολιτιστικού μας «τρόπου». Πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα που συνδέονται παιδιόθεν με τον εορτασμό του κορυφαίου γεγονότος της Χριστιανοσύνης και της Ρωμιοσύνης θα βιωθούν με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο φέτος.

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχαν στο παρελθόν (αλλά ακόμη και σήμερα) συμπολίτες μας που βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτά τα προβλήματα πολύ πιο τακτικά. Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε ξενιτειά, μακριά από ελληνικές κοινότητες, οι θαλασσινοί που βρίσκονται μεσοπέλαγα, οι στρατευμένοι, οι ακρίτες και γενικά όσοι κατοικούν σε απομονωμένες περιοχές, οι ναοί των οποίων λειτουργούν περιστασιακά ή και ποτέ, οι φυλακισμένοι, οι άρρωστοι και ανήμποροι, οι ξεχασμένοι και κοινωνικά περιθωριοποιημένοι… Για όλους αυτούς, οι φετινές αντιξοότητες αποτελούν απλά ένα μέρος της καθημερινότητάς τους.

Πλην όμως, το παρήγορο είναι ότι μπορεί να επηρεάστηκαν οι συνήθειές μας, αλλά η ουσία της εορτής, η οποία νοηματοδοτεί την ύπαρξη και τον βίο μας, παραμένει αλώβητη και δύναται να εορταστεί μεγαλοπρεπώς στις κατ’οίκον εκκλησίες μας. Αυτό θα αποδειχθεί από την πίστη των «σιγής δεομένων», από τον καινό τρόπο που θα δοξολογηθεί ο Ένας της Τριάδος, «ον παίδες ευλογούν, ιερείς ανυμνούν και λαός υπερυψοί εις πάντας τους αιώνας». Θα καταστεί πασίδηλο και θα κοινωνηθεί ως βιωματική εμπειρία από την αδυναμία του σκότους να νικήσει το φως, όπως σημειώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «καί τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν», το οποίο πιστοποιείται εμπειρικά σε κάθε Ανάσταση, όπως και φέτος, έστω και αν η λαμπαδηφόρος σύναξη των πιστών δεν πραγματοποιηθεί στον αυλόγυρο του ναού, αλλά στα μπαλκόνια, έξω από τις κατ’ οίκον εκκλησίες μας.

 Εἶ τις εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καὶ λαμπρὰς πανηγύρεως

Ακόμη, για όσους δεν προσεγγίζουν το μυστήριο εθιμοτυπικά, αυτή τούτη η εμπειρία της δεσποτικής ξενίας στο αθάνατο τραπέζι, όπου «μελίζεται καὶ διαμελίζεται ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων», θα προσφερθεί και πάλι σε όλους πιστούς σε λίγο καιρό. Αφού κάθε Θεία Λειτουργία αποτελεί ανάμνηση της σταυρικής θυσίας του Χριστού και κάθε Κυριακή γιορτάζουμε την Ανάσταση του Κυρίου, έχουμε την βεβαιότητα ότι «ἡ τράπεζα γέμει» και άπαντες καλούνται να εντρυφήσουν, «ὁ μόσχος πολύς» και δεν υπάρχει ανάγκη ουδείς να εξέλθει πεινών, αφού «φιλότιμος γὰρ ὢν ὁ δεσπότης, δέχεται τὸν ἔσχατον, καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον· καὶ τὸν ὕστερον ἐλεεῖ, καὶ τὸν πρῶτον θεραπεύει· κἀκείνῳ δίδωσι, καὶ τούτῳ χαρίζεται· καὶ τὰ ἔργα δέχεται, καὶ τὴν γνώμην ἀσπάζεται. καὶ τὴν πρᾶξιν τιμᾷ, καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ».

Η έμφυτη προτίμηση του λαού μας για μικρούς ναΐσκους παρά μεγάλους και πολυτελείς ναούς θα ισχύσει και φέτος, μέσα από τις κατ’ οίκον εκκλησίες. Άλλωστε, όπως τονίζει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,  «τὸ ἰδιάζον εἰς τοὺς χριστιανικοὺς ναοὺς γνώρισμα εἶναι ἡ σεμνότης καὶ μεγαλοπρέπεια, τὸ γνώρισμα δὲ τοῦτο δὲν ἀποκλείει ἡ εὐτέλεια. Ἐνθυμεῖσθε τὸν ὑπὸ Περικλέους ἐπιτάφιον παρὰ Θουκυδίδῃ. “Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾿ εὐτελείας”, ἔλεγεν ὁ μέγας πολιτικὸς τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, ὅστις ἐμελέτησε πολὺ καὶ ἐψυχολόγησεν ἐπὶ τοῦ βίου τῶν συμπολιτῶν του. Τῷ ὄντι ἡ εὐτέλεια οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἁπλότης, ὁ τύπος δὲ ὁ χριστιανικός, ὡς καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός, θηρεύει τὴν ἁπλότητα».

Άλλωστε, η επιθυμία του κυρ-Αλεξάνδρου είναι σαφής «Φυγὼν τῆς ἡμέρας ταύτης τὴν βοὴν καὶ τὸν θόρυβον τῆς μικρᾶς ταύτης Βαβυλῶνος, τῆς ἑλληνικῆς πρωτευούσης, ἀπῆλθον μεθ᾿ ἑνὸς φίλου νὰ ἑορτάσω τὸ Πάσχα… Ἤλπιζον νὰ εὕρω εὐλαβῆ τινα ἱερέα… καὶ ἠξιώθην τοῦ ποθουμένου. Εὗρον ἱερέα ὅστις ἀπήγγειλε ταπεινῶς μὲν ἀλλ᾿ ἀπταίστως καὶ τὰ δώδεκα Εὐαγγέλια τῆς ἀκολουθίας τῶν Ἁγίων Παθῶν… Εὗρον ἱερέα ὅστις ἤξευρε καλῶς τὴν τάξιν τῆς Ἀκολουθίας, οὐδεμίαν δὲ ἀταξίαν ἢ χασμωδίαν ἐπέτρεπεν. Ἀλλ᾿ εὗρον καὶ λογικὸν ποίμνιον εὐλαβῶς ἀκροαζόμενον τῆς Ἀκολουθίας, δὲν εἶδον δὲ παῖδας ἢ γυναῖκας ἀσυστόλως φλυαρούσας ἐντὸς τοῦ ναοῦ, οὔτε εἶδον ἐπιτρόπους περιποιουμένους τὰς εὐσεβεῖς κυρίας, καὶ προσφέροντας αὐταῖς καθίσματα. Δὲν ὑπῆρχον ἐκεῖ κυρίαι, ἀλλὰ γυναῖκες, καὶ τοῦτο εἶναι μέγα πλεονέκτημα. Μία μόνη κυρία ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ἡ Παναγία».

Πάσχα Ρωμέικο με όλη την ποίηση και το κάλλος της κορυφαίας εορτής

Η έξοδος από τις πόλεις μπορεί να κατέστη αδύνατη φέτος, όμως οι μικρές μας Βαβυλώνες λειτουργούν για τώρα με ρυθμούς του χωριού και όχι της πόλης. Οι μεγάλοι και πολυτελείς ναοί μετατρέπονται σε ναΐσκοι και από την ησυχία των «κελιών» μας, θα μπορέσουμε τουλάχιστον να απολαύσουμε το κάλλος της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, η οποία συναριθμείται μεταξύ των πλέον αριστουργηματικών ποιημάτων της ελληνικής γλώσσας. Πράγματι, η ιερά μούσα των μεγάλων εκείνων υμνογράφων, υψιπετών μουσουργών όπως ο Κοσμάς, η Κασσιανή και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δύναται να ανεβάσει τον νου και την ψυχή σε υψηλά νοήματα που εμποιούν ρίγος και κατάνυξη, μαζί με θαυμασμό. Τον θησαυρό αυτό δεν στάθηκε ικανή ούτε η πανδημία, ούτε η τρομολαγνεία των ΜΜΕ, ούτε η νέα οικονομική κρίση που βρίσκεται προ των πυλών να μειώσει και είναι στο χέρι μας να τον απολαύσουμε και να τον μεταδώσουμε.

Μαζί με την επιμονή μας να εορτάσουμε το Πάσχα σε πείσμα των αντιξοοτήτων και των προσβολών του πολεμίου, εναποθέτουμε την πίστη μας στον Αναστάντα Κύριο, με την βεβαιότητα ότι «τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερων τῶν ἀνθρώπων εστί» και ότι ο Θεός γνωρίζει τον τρόπο να οικονομήσει τα πράγματα έτσι ώστε και το φετινό Πάσχα να υμνείται και δοξολογείται η Ανάσταση του Χριστού διόλου λιγότερο ή με καθόλου μειωμένη ευλάβεια και ψυχική δύναμη από άλλες χρονιές.

Έχουμε ακόμη την δυνατότητα και την ευλογία να βιώσουμε το Πάσχα, με αρκετά από τα στοιχεία με τα οποία το ονειρεύτηκε ο μέγας Παπαδιαμάντης: «Χρόνον μὲ τὸν χρόνον, ὅσον γηράσκει τις, κυριεύεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ εὑρίσκετο τὰς ἡμέρας αὐτὰς εἰς μικρόν, σμικρότατον χωρίον, νὰ ἤκουεν ὅλας τὰς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων ἑορτῶν εἰς ἓν μικρὸν ἐξωκκλήσιον, ὅπου νὰ ὑπῆρχεν εἷς ἱερεὺς σεβάσμιος, πρᾶος, ἐνάρετος, καὶ εἷς ψάλτης μὲ ταπεινὴν ἀλλὰ γλυκεῖαν φωνὴν – διὰ νὰ αἰσθανθῇ ὅλην τὴν ποίησιν καὶ τὸ κάλλος τῶν ἑορτῶν, νὰ δοξάσῃ τὸν Χριστόν, καὶ νὰ ἑορτάσῃ μετὰ τῶν προσφιλῶν του τὸ Πάσχα, εὐχόμενος ν᾿ ἀξιωθῇ καὶ τοῦ διαρκοῦς, τοῦ οὐρανίου Πάσχα, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καλή Ανάσταση.