Covid-19: Οι επιπτώσεις για τα εταιρικά μερίσματα

Όταν η πανδημία τελειώσει, πολλές εταιρείες θα επιδιώκουν να συγκεντρώσουν επιπλέον χρηματοδότηση και θα προσπαθήσουν να παρακινήσουν τους επενδυτές να επενδύσουν στην εταιρεία τους. Εναλλακτικά, οι ιδιοκτήτες εταιρειών μπορεί να θέλουν να αντλήσουν επιπλέον χρηματοδότηση, αντλώντας επιπλέον μερίσματα από την εταιρεία τους. Για τους περισσότερους πρακτικούς σκοπούς, η κύρια μορφή απόδοσης της επένδυσης περιλαμβάνει μερίσματα και μόνο παρεμπιπτόντως (στο τέλος της διάρκειας ζωής της εταιρείας) από κέρδη κεφαλαίου μέσω παρακράτησης κέρδους. Με τη σειρά τους, πολλές εταιρείες θα εξετάσουν τους πόρους (κυρίως τα κέρδη) που παράγουν προκειμένου να είναι σε θέση να πληρώσουν μερίσματα. Παραδοσιακά είναι μια τακτική άγνωστη για εταιρείες στην Ελλάδα. Το σημείο εκκίνησης είναι μερικές φορές γνωστό ως διανεμήσιμο κέρδος, καθώς εξ ορισμού, οι απώλειες δύσκολα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διανομή. Το πρόβλημα με την εξέταση αυτού του τρόπου ήταν ότι τα λογιστικά κέρδη ήταν υποκειμενικά, ενώ τα μερίσματα έπρεπε (κυρίως) να καταβάλλονται σε μετρητά, κάτι που δεν πρέπει ποτέ να υποτιμηθεί, αλλά συχνά γίνεται λόγω άγνοιας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι δημόσιες εταιρείες συχνά βυσσοδομούν και διστάζουν να μειώσουν τις πληρωμές μερισμάτων, καθώς συνήθως ερμηνεύεται ως ένδειξη μελλοντικής μείωσης των διανεμητέων κερδών (και των αντίστοιχων μερισμάτων της). Η κατανομή των κερδών δεν έχει αναγνωριστεί σαν ξεκάθαρος εταιρικός νόμος της όπως σε όλα τα σοβαρά κράτη που δέχονται και κάνουν επενδύσεις. Ένα παράδειγμα άριστης εταιρικής συμπεριφοράς έρχεται από τον Καναδά μέσω του Νόμου Guernsey ενότητα 304. Στην Ελλάδα καθώς το κράτος μοιράζει πακέτα κορωνοεπιδοτήσεων πρέπει να υιοθετήσει ίσως για πρώτη φορά νομοθεσία μία πραγματική διαύγεια των ισολογισμών για όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Πρέπει να οριστεί μία εταιρική επίσης νομοθεσία που να ορίζει ότι μια εταιρεία μπορεί να πληρώσει μέρισμα εάν το διοικητικό συμβούλιο ικανοποιηθεί για εύλογους λόγους ότι η εταιρεία, αμέσως μετά την πληρωμή θα ικανοποιήσει τον έλεγχο φερεγγυότητας και παράλληλα (η εποχή της επιδημίας πρέπει να το επιβάλλει αυτό ώστε να αποφύγουμε παραδείγματα χρηματισμού από επίδοξες φαρμακευτικές εταιρίες), αν και ολοένα και λιγότερο σημαντικό, ικανοποιεί οποιαδήποτε άλλη απαίτηση στα άρθρα της. Αυτή η απαίτηση για εκπλήρωση για εύλογους λόγους πρέπει να είναι συνεχής, καθώς δεν υπάρχει ελληνικό άρθρο που να προβλέπει ότι εάν οι οικονομικές περιστάσεις αλλάξουν μεταξύ του χρόνου που εγκρίθηκε και της πληρωμής του, τότε το μέρισμα, δεν θα εγκριθεί και θα είναι εξαιρετικά μόνο μέσα από επείγουσες καταστάσεις, ποιες άραγε; Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε μέρισμα που θα καταβληθεί θα πρέπει να είναι επιστρεπτέο και επιπλέον να εκθέτει ή να αναστέλλει τους διευθυντές για αθέτηση παραβίασης καθηκόντων. Για να στηρίξει το μέρισμα, το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να εγκρίνει πιστοποιητικό που να δηλώνει ότι, κατά τη γνώμη τους, η εταιρεία, αμέσως μετά την πληρωμή του μερίσματος πληροί τον έλεγχο φερεγγυότητας και δηλώνει τους λόγους αυτής της γνωμοδότησης, κάτι που δεν υπάρχει σε κανένα άρθρο σήμερα και πολλές εταιρίες εκμεταλλεύονται αυτή την τεράστια μπαλκονόπορτα.

Το τελευταίο στοιχείο είναι ο ορισμός του «τεστ φερεγγυότητας» που επίσης δεν αναφέρεται πουθενά παρόλο το άσχημο ιστορικό των Ελληνικών εταιρειών μας. Αυτό απαιτεί από μια εταιρεία να είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη της όταν καθίστανται απαιτητά, η οποία είναι μια μορφή δοκιμής κερδών και ζημιών και ενός ισολογισμού που η αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας είναι μεγαλύτερη από τις υποχρεώσεις της. Πρέπει να ληφθούν υπόψη οι λογαριασμοί της εταιρείας και ίσως πιο υποκειμενικά ότι οι διευθυντές γνωρίζουν ή πρέπει να γνωρίζουν όλες τις άλλες περιστάσεις που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και την αξία των υποχρεώσεων της εταιρείας, αλλά αυτό εξασθενεί από τον προσδιορισμό ότι μπορεί να βασίζονται στην αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων ή στις εκτιμήσεις των υποχρεώσεων που είναι εύλογες στις περιστάσεις. Στην περίπτωση εποπτευόμενης εταιρείας υπάρχουν συγκεκριμένα εμπόδια που πρέπει να ικανοποιηθούν, τα οποία αποτελούν λειτουργία ενός ανύπαρκτου και ασθενές ρυθμιστικού δικαίου, π.χ. Η προστασία των επενδυτών 1987. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Αυτό σημαίνει ότι – όσο πιο περίπλοκη είναι η διαδικασία παραγωγής, τόσο πιο δύσκολη είναι η απόφαση διανομής, καθώς οι πιο ολοκληρωμένες συναλλαγές είναι πιθανό να είναι. Αντίθετα, όσο πιο απλή είναι η διαδικασία παραγωγής, τόσο απλούστερη είναι η απόφαση διανομής, αν και δεν ακολουθεί απαραίτητα. Ίσως μας φαίνονται όλα περίπλοκα, Άχθος αρούρης, αλλά σοβαρά κράτη έχουν επενδύσει στους πολίτες τους και καταλαβαίνουν το πότε, το πού και το ποια εταιρεία είναι ικανή ώστε να επενδύσουν στον όραμά της.

Ο βασικός μοχλός είναι προφανώς το ποσοστό κέρδους, αλλά αυτή είναι συνάρτηση των στοιχείων κεφαλαίου κίνησης όπως οφειλέτες, πιστωτές και μετοχές και εργασίες σε εξέλιξη. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί αποφάσεις σχετικά με επισφαλή χρέη ή ακόμη και ξεπερασμένο απόθεμα. Τα προβλήματα είναι ακόμη μεγαλύτερα όσον αφορά τις κατασκευαστικές και μεταποιητικές βιομηχανίες, όπου συχνά ένας μεγάλος βαθμός υποκειμενικότητας εμπλέκεται όχι μόνο στην εκτίμηση του έργου που βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά στην κατανομή των γενικών εξόδων. Ένα πολυετές Ελληνικό πρόβλημα για πολλές επιχειρήσεις είναι η αποτίμηση που πρέπει να αποδοθεί σε δικαστικές διαφορές που μπορεί να έχουν ευαίσθητα εμπορικά ζητήματα εάν οι λογαριασμοί θα είναι διαθέσιμοι στο κράτος, όπως θα δημοσιευθούν- αν και σήμερα έπαψε και αυτό να ισχύει. Ουσιαστικά, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση με τον λογαριασμό αποτελεσμάτων θα καθορίσουν πού ικανοποιείται ο έλεγχος του ισολογισμού, δηλαδή ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων είναι μεγαλύτερη από τις υποχρεώσεις. Ωστόσο, ας υποθέσουμε ότι ικανοποιούνται τόσο ο ισολογισμός όσο και ο λογαριασμός αποτελεσμάτων, αρκεί; Η απάντηση είναι όχι επειδή δεν υπάρχει ο έλεγχος φερεγγυότητας που απαιτεί η εταιρεία να είναι σε θέση να εξοφλήσει τα χρέη της καθώς οφείλονται, υπάρχει ένας ανεπαρκής συνδυασμός δοκιμής κερδών και ταμειακών ροών. Αυτό σημαίνει ότι για τις περισσότερες επιχειρήσεις δεν γίνεται αξιόπιστη πρόβλεψη ταμειακών ροών για τους επόμενους 12 μήνες. Αυτή η χρονική περίοδος υποβάλλεται, υπαγορεύεται από τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου. Συχνά, είναι συνετό να γίνετε μια ανάλυση ευαισθησίας όσον αφορά την υπόθεση ότι οι ταμειακές ροές είναι μεγαλύτερες ή μικρότερες από το εκτιμώμενο ποσό κατά 10/20% για να υπάρχει μία πρώτη εικόνα για τη διακύμανση των ταμειακών ροών. Ως επακόλουθο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίζει την ευπάθεια εάν οι ταμειακές ροές είναι μικρότερες από το αναμενόμενο και οι επιπτώσεις εάν είναι υποτιμημένες. Τέτοια στοιχεία θα ήταν πολύ χρήσιμα εάν το μέρισμα αμφισβητηθεί αργότερα. Η δυσκολία αυτής της στρατηγικής και η σημασία της είναι εξ ολοκλήρου συνάρτηση του κύκλου ταμειακών ροών της επιχείρησης, που είναι πραγματικό ζήτημα, μία πραγματική πρόκληση για την Ελληνικές επιχειρήσεις. Είναι ένα σχετικά εύκολο ζήτημα σε μια επιχείρηση χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών όπου η χρέωση είναι μία φορά το χρόνο, αν και αυτό μπορεί να είναι πιο περίπλοκο όταν διαδίδεται όλο το χρόνο, σε σύγκριση με μια (μη χρηματοοικονομική) επιχείρηση που είναι πολύ εποχική ή κυκλική. Επομένως, η απόφαση περί μερίσματος είναι ένα περίπλοκο ζήτημα που δεν πρέπει να υπολογίζεται ιδιαίτερα όταν η εταιρεία είναι ευάλωτη σε αφερεγγυότητα.

Παρόλα αυτά μια 2η τροποποίηση του προσωρινού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις ενέκρινε η Κομισιόν, βάσει της οποίας συμπληρώνονται τα είδη μέτρων που καλύπτονται και καθορίζονται κριτήρια για ανκεφαλαιοποιήσεις και χρέος μειωμένης εξασφάλισης στις εταιρείες που έχουν ανάγκη, προστατεύοντας τους όρους ισότιμου ανταγωνισμού. Οι νέοι κανόνες απαγορεύουν ρητά την καταβολή μερισμάτων και επαναγορά μετοχών, μέχρι την πλήρη έξοδο του κράτους από τη διάσωση, ενώ μέχρι αποπληρωμή του 75% του κόστους διάσωσης εισάγεται αυστηρός περιορισμός στις αποδοχές της διοίκησης, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης πριμοδοτήσεων. Αλήθεια μία Ευρώπη χωρισμένη και διχασμένη ποιους ευνοεί σήμερα αν ένα κράτος δεν μπορεί να ευημερήσει και ακολουθεί διαφορετικό επιχειρηματικό ορίζοντα;

Για να επιτευχθεί μία σύγχρονη στρατηγική δομή επιβίωσης και εταιρικής Ελληνικής εμπιστοσύνης , θα πρέπει να κληθούν ειδικοί σύμβουλοι με γεραρό να καταγράψουν όλες τις εταιρείες που υπάρχουν στην Ελλάδα παραγωγικές και μή και στην συνέχεια να δημιουργηθεί μία νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας. Ας αρχίσουμε να καταγράφουμε τις εταιρικές μας δυνατότητες που είναι ακόμα άγνωστες και όχι τα ατομικά μας δικαιώματα. Είναι αναγκαίο σήμερα να νομοθετήσουμε υγιείς επιχειρήσεις και να μην περιμένουμε τις κάλπικες και ξεπερασμένες λύσεις των τραπεζών που στηρίζονται στα άτοκα δάνεια με το πρόσχημα του «Δει δε χρημάτων». Κάπως έτσι θα αρχίσουν να μας εωθίνουν!

Advertisements

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.