Οι κεντρικές τράπεζες τείνουν στο όριο, προσπαθώντας να στηρίξουν την οικονομία κατά την άνευ προηγουμένου ύφεση COVID-10. Η Κεντρική Τράπεζα της «Ενωμένης»  (παραθεριστικής αυτήν την περίοδο) Ευρώπης  δεν σκέφτεται να μειώσει το βασικό της επιτόκιο σε μηδέν.

 Η ΕΚΤ έχει μέχρι στιγμής απομακρυνθεί από τα αρνητικά επιτόκια, κυρίως επειδή είναι πολύ πιο δύσκολο να εξηγηθεί στο κοινό και στις εμπορικές τράπεζες, των οποίων τα τεχνολογικά συστήματα μπορεί να μην είναι καν σε θέση να χειριστούν αυτήν την αλλαγή πόσο μάλλον σε παρακμιακές χώρες σαν την Ελλάδα ή την Ρουμανία κτλ. Το 0,1%, το τρέχον βασικό επιτόκιο που είναι βασικός στόχος για κάθε σοβαρή οικονομία δεν υπάρχει σαν σκέψη ακόμα. Η συγκεκριμένη απόφαση ελήφθη τον Μάρτιο του 2020 όταν κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο  ενήργησαν επιθετικά για να ανακουφίσουν τον πόνο που προκλήθηκε στην οικονομία από την πανδημία του κοροναϊού. Εκτός από τη μείωση των επιτοκίων σε πρωτοφανή επίπεδα, οι σοβαρές τράπεζες επέκτειναν επίσης το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, γνωστό ως ποσοτική χαλάρωση ή QE. Το QE έχει χρησιμοποιηθεί από όλες τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες ως εναλλακτική λύση για τη μείωση των επιτοκίων κάτω από το μηδέν. Περιλαμβάνει αγορές μεγάλης κλίμακας χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, γεγονός που αυξάνει την τιμή τους και μειώνει τις αποδόσεις. Μεγάλες κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο έχουν χρησιμοποιήσει το QE, συμπεριλαμβανομένης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ως αποτελεσματικό τρόπο ενίσχυσης της ρευστότητας και της εμπιστοσύνης στις αγορές, επιτρέποντας ταυτόχρονα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να εξισορροπούν τα χαρτοφυλάκια τους. Βοήθησε δε τις κεντρικές τράπεζες να αποτρέψουν τον αποπληθωρισμό – ένα αρνητικό κύκλο πτώσης των τιμών, αύξηση των χρεών και αφερεγγυότητας. Αλλά ακόμη και το QE έχει τα όριά του. Υπάρχουν τόσα πολλά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που μια κεντρική τράπεζα μπορεί να αγοράσει χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τα χρήματα των φορολογουμένων. Η QE επεκτείνει τους ισολογισμούς της κεντρικής τράπεζας, πράγμα που σημαίνει τελικά μεγαλύτερους κινδύνους για τους φορολογούμενους και υψηλότερες τιμές ενεργητικού – καθιστώντας τη νομισματική πολιτική πιο πολιτική από ό, τι συνήθως, κάνοντας τους κατόχους περιουσιακών στοιχείων πλουσιότερους.

Υπάρχει όμως ο κίνδυνος τα αρνητικά επιτόκια να βλάψουν τον τραπεζικό δανεισμό και την οικονομική σταθερότητα των κρατών αλλά τα αρνητικά επιτόκια μπορούν να οδηγήσουν σε αποταμιευτές και επενδυτές να συσσωρεύουν μετρητά. Εξάλλου γιατί κάποιος θα έβαζε τις αποταμιεύσεις του σε μια τράπεζα αν αυτό σημαίνει ότι χάνει αξία σε σύγκριση με τα μετρητά; Εάν οι άνθρωποι συσσωρεύουν μετρητά, οι τράπεζες θα έχουν λιγότερα χρήματα για να δανείσουν σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Αυτό δεν μπορεί να είναι καλό για την οικονομία, αλλά είναι το καλύτερο σενάριο ώστε να αποφευχθεί ένας «επιστρεπτέος» δανεισμός του κράτους ώς προς τους πολίτες. Τα τραπεζικά κέρδη θα επηρεαστούν αναπόφευκτα – και αυτό μπορεί να κάνει το χρηματοπιστωτικό σύστημα πιο εύθραυστο και επιρρεπές σε κρίσεις. Η περικοπή στα κέρδη των τραπεζών μπορεί να ακούγεται καλή, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι πιο αδύναμες τράπεζες είναι πονοκέφαλος για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.

Γιατί λοιπόν πρέπει η Ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα να χρησιμοποιεί αρνητικά επιτόκια τώρα; Λοιπόν, ένας προφανής λόγος είναι ότι το QE έχει φτάσει στα όριά της και η οικονομία παραμένει σε βαθιά ύφεση. Ένας άλλος λόγος είναι ότι άλλες κεντρικές τράπεζες το έχουν χρησιμοποιήσει με κάποια επιτυχία! Για παράδειγμα, η διευκόλυνση καταθέσεων της ιδίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιβάλλει πρόστιμο 0,5% ετησίως για τις τράπεζες που τη χρησιμοποιούν. Αυτό αποθαρρύνει τις εμπορικές  τράπεζες από τη στάθμευση των πλεονάζοντων αποθεματικών τους με την κεντρική τράπεζα και αντ ‘αυτού τους ενθαρρύνει να δανείζουν με θετικά αλλά χαμηλά επιτόκια. Εν τω μεταξύ, το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ – αυτό που πληρώνουν οι τράπεζες για να δανειστεί από την ΕΚΤ – ήταν 0% από το 2016, επομένως οι ίδιες οι τράπεζες δεν πληρώνουν αρνητικό επιτόκιο για δανεισμό από την ΕΚΤ. Αυτό το μοντέλο αν συνεχιζότανε θα μπορούσε να μειώσει το βασικό επιτόκιο στο 0% και να χρεώσει τις τράπεζες όταν επιλέγουν να διατηρήσουν τα αποθεματικά τους στην Τράπεζα.

Τα εναλλακτικά σενάρια

Υπάρχει μια εναλλακτική λύση που περιλαμβάνει μια πιο επιθετική χρήση της καθοδήγησης προς τα εμπρός. Η καθοδήγηση προς τα εμπρός είναι όταν μια κεντρική τράπεζα είναι πιο δραστήρια στην εξήγηση της πιθανής μελλοντικής πορείας της λήψης αποφάσεων για την πολιτική επιτοκίων. Μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά όταν πρόκειται για επενδυτικές αποφάσεις, οι οποίες εξαρτώνται όχι μόνο από τα τρέχοντα επιτόκια αλλά και από τα μελλοντικά τους επίπεδα. Για παράδειγμα, εάν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά γνωρίζουν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν στα τρέχοντα χαμηλά επίπεδα για τα επόμενα δύο έως τρία χρόνια, θα είναι πιο πιθανό να δανειστούν και να ξοδέψουν περισσότερα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι θα είναι σίγουροι ότι το κόστος δανεισμού θα παραμείνει χαμηλό στο προβλεπόμενο μέλλον – ακριβώς αυτό που απαιτείται για την τόνωση της οικονομίας σε μια βαθιά ύφεση. Σήμερα με την γνώση που έχουμε γνωρίζουμε ότι οι επιπτώσεις της πανδημίας θα διαρκέσουν από 3 εώς 5 χρόνια άρα γνωρίζουμε με ασφάλεια την στρατηγική μας για αυτό το διάστημα. Στην πραγματικότητα, η ΕΚΤ άρχισε να χρησιμοποιεί καθοδήγηση προς τα εμπρός το 2013 – πολύ πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της – και συνεχίζει να το κάνει σήμερα. Η καθοδήγηση προς τα εμπρός ήταν αποτελεσματική στη μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων και συνέβαλε στη σταθεροποίηση των προσδοκιών στη μελλοντική πορεία των επιτοκίων αλλά σήμερα δεν συνεχίζεται.

Η δέσμευση για χαμηλά επιτόκια για παρατεταμένη περίοδο έχει πολύ νόημα. Και θα βοηθούσε την «Ενωμένη» Ευρώπη να αποφύγει την είσοδο σε αμφιλεγόμενα εδάφη με βαθιά και σκληρή ύφεση αν όχι και «αναγκαστική» κατάρρευση.