Ενώ η ελληνική κοινωνία διχάζεται για την χρήση της μάσκας σε σχολεία και άλλους χώρους (λες και η μάσκα – η εξωεργαστηριακή αποτελεσματικότητα της οποίας ΔΕΝ έχει αποδειχθεί επιστημονικά –  είναι κανένα φυλαχτό που θα προστατέψει από το κακό μάτι), στο εξωτερικό τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Στις ΗΠΑ, όπου η νόσος του Covid-19(84) και οι ενδεδειγμένοι τρόποι καταπολέμησής της και προστασίας του πληθυσμού έχουν πολιτικοποιηθεί έντονα άμα τη ενσκήψει του ιού εν μέσω έτους προεδρικών εκλογών, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, τα σχολεία λειτουργούν ακόμη εξ αποστάσεως, με αναπόφευκτες συνέπειες για τους μαθητές, ιδιαιτέρως της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Ουδέν κακόν αμιγές καλού, όμως. Το μπάχαλο με τα δημόσια σχολεία, που έχει επηρεάσει και εργαζόμενους γονείς, οι οποίοι δεν έχουν λύσεις για την φύλαξη των παιδιών τους ή δεν διαθέτουν την τεχνολογική κατάρτιση για να βοηθήσουν τα παιδιά τους να παρακολουθήσουν τα μαθήματα κατά την διάρκεια της ημέρας, προσφέρεται ως ευκαιρία για τα ιδιωτικά σχολεία. Λόγω της μικρότερης αναλογίας δασκάλου-μαθητών και τον σχετικά χαμηλό μαθητικό πληθυσμό που διαθέτουν, πολλά ιδιωτικά σχολεία μπόρεσαν και άνοιξαν κανονικά, εφαρμόζοντας το σχολικό τους πρόγραμμα εντός σχολικής αίθουσας. Η αδυναμία των κομματικοποιημένων τοπικών αρχόντων των αμερικανικών μεγαλουπόλεων να χειριστούν την δημόσια εκπαίδευση εν μέσω πανδημίας (εν αντιθέσει με το παρελθόν, όπου τα σχολεία λειτούργησαν κανονικά παρά την έξαρση επιδημιών όπου οι μαθητές ήταν εκτεθειμένοι σε μεγαλύτερο κίνδυνο, τουλάχιστον στατιστικά) έχει ωθήσει έναν αριθμό γονέων να αναζητήσουν πρακτικές λύσεις με την εγγραφή των παιδιών τους σε ιδιωτικά σχολεία.

Η κρίση ως ευκαιρία για τα ελληνικά σχολεία των ΗΠΑ

Η σημερινή κατάσταση προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για τα ελληνοαμερικανικά ιδιωτικά σχολεία, τα οποία περνούν μια παρατεταμένη κρίση δεκαετιών, με τις αλλεπάλληλες και αλυσιδωτές αναστολές της λειτουργίας σχολικών μονάδων σε διάφορες ελληνικές κοινότητες. Η αυξημένη ζήτηση εκ μέρους γονέων – Ελλήνων και μη – μπορεί να δώσει νέα πνοή και δυναμικότητα στα ελληνοαμερικανικά ημερήσια εκπαιδευτήρια. Αν προσθέσουμε στην δυναμική αυτή την δεδηλωμένη πρόθεση του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να προσφέρει φορολογικές εκπτώσεις ή απευθείας χορηγίες σε γονείς που επιθυμούν να στείλουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία (από φορολογικές εισφορές που κάνουν υπέρ της δημόσιας παιδείας, μιας και δεν ωφελούνται από τις υπηρεσίες της), μπορεί να μιλάμε για ιστορική καμπή στην ιστορία της ελληνικής παιδείας στις ΗΠΑ, εφόσον, βέβαια, η ευκαιρία αξιοποιηθεί.

Μέχρι σήμερα, τα περισσότερα ελληνικά σχολεία στις ΗΠΑ προήλθαν από μεμονωμένες προσπάθειες ενοριακών κοινοτήτων ή ομάδων ανθρώπων. Οι προσπάθειες αυτές ποτέ δεν στηρίχθηκαν συστηματικά από κάποιο ειδικό ταμείο της Αρχιεπισκοπής Αμερικής ή άλλου μεγάλου ομογενειακού οργανισμού. Ακόμη και περιφερειακά, οι κατά τόπους ομοσπονδίες και τα σωματεία περιορίζονται σε ευχολόγια και ίσως στην συμβολική προσφορά ελάχιστων υποτροφιών σε μέλη τους, αλλά ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, τα ποσά αυτά συνήθως αφορούν σε πανεπιστημιακά δίδακτρα. Η όλη οργανωτική δομή της Ομογένειας όσον αφορά στην ελληνική παιδεία θυμίζει την «άγρια δύση», με τους κατά τόπους «σερίφηδες» και «καουμπόηδες» που άρχουν των κοινοτήτων να χαράσσουν την στρατηγική, διότι, εδώ που τα λέμε, έχουν επιφορτιστεί με όλη την ευθύνη της συντήρησης των σχολείων αυτών.

Αφήνοντας πίσω το λειτουργικό μοντέλο του παρελθόντος

Τα αποτελέσματα, ιδίως των δύο τελευταίων δεκαετιών, έχουν αποδείξει την αφροσύνη της στρατηγικής(sic) αυτής πέραν πάσης αμφιβολίας. Το ένα σχολείο κλείνει μετά το άλλο και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι δεν έχει υπάρξει καμία δημόσια και οργανωμένη πρωτοβουλία για την ενδελεχή εξέταση αυτού του αρνητικού φαινομένου και την εκπόνηση αποτελεσματικών λύσεων. Πέρα από τους αρμόδιους αξιωματούχους και όσους άλλους ενδιαφέρονται πρωτίστως να «πουλάνε μούρη», τους οποίους πάντα συνέφερε να κουκουλώνεται το συγκεκριμένο πρόβλημα ώστε να μην ταράζονται λιμνάζοντα ύδατα, απογοήτευση και έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει δημιουργηθεί ένα συντονισμένο κίνημα από δασκάλους και γονείς, που να ζητούν την επιτακτική λύση της υπ’ αριθμόν ένα απειλής για την συνέχεια του Ελληνισμού στην Αμερική.

Είναι πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν και οι παραδοσιακές οργανωτικές δομές της Ομογένειας της Αμερικής δεν διευκολύνουν την κατάσταση. Έπειτα, λείπει και η ηγετική αυτή προσωπικότητα που θα αναγάγει την Ελληνική Παιδεία σε κορυφαίο θέμα της ιεράρχησης των αναγκών της Ομογένειας, όπως κάποτε ο αείμνηστος Σπύρος Σκούρας ηγήθηκε της πανομογενειακής προσπάθειας για συγκέντρωση ανθρωπιστικής βοήθειας προς την κατεχόμενη Ελλάδα την εποχή του Β΄ ΠΠ από άκρου εις άκρον της αμερικανικής επικράτειας, συγκεντρώνοντας τεράστια ποσά και κινητοποιώντας όχι μόνο την Διασπορά, αλλά την αμερικανική κοινωνία εν γένει. Τουλάχιστον η Τούρκοι της Αμερικής έχουν την τύχη να έχουν έναν Φετουλάχ Γκιουλέν να κήδεται των πολιτισμικών συμφερόντων τους. Δυστυχώς, ο Ελληνισμός στην Αμερική δεν μπορεί να πει το ίδιο. Σε μια τραγική κωμωδία λαθών, η Αρχιεπισκοπή Αμερικής έχει ξοδέψει $80 εκατομμύρια για την εκπρόθεσμη κατασκευή ενός σκανδαλιστικά υπερκοστολογημένου ναού που σχεδιάστηκε από τον κ. Σαντιάγκο Καλατράβα, ενώ τόσα χρόνια δεν κατόρθωσε να βρει χρήματα για την διάσωση και εξυγίανση κοινοτικών σχολείων που διαχρονικά αποδείχθησαν φυτώρια Ελληνισμού και στηρίγματα για την μελλοντική «βιωσιμότητα» ενοριών.

Επανευρίσκοντας την σημασία της παιδείας στο κοινοτικό γίγνεσθαι

Δεν κατηγορούμε πρόσωπα, αλλά επισημαίνουμε νοσηρές νοοτροπίες που δεν συνάδουν με την παραδοσιακή κοσμοαντίληψη και οργανωτική δομή του Ελληνισμού. Η πρόσκληση-πρόκληση της εκάστοτε ηγεσίας είναι να αναγνωρίσει τις νοοτροπίες αυτές και να τις θεραπεύσει, για το καλό του συνόλου. Διαφορετικά, η θέση της ως θεματοφύλακας του Ελληνισμού τίθεται εν αμφιβόλω.

Για την ελληνική παιδεία, δύο άμεσες λύσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και να κάνουν σημαντική διαφορά είναι 1) η δημιουργία ανεξαρτήτων οργανισμών σε κάθε πόλη όπου βρίσκεται Ελληνισμός που θα στοχεύουν στην στρατηγική ανάπτυξη των σχολείων, καθιστώντας τα μέριμνα και ευθύνη ολόκληρης της Ομογένειας, όχι μόνο των ενοριακών κοινοτήτων που τα ίδρυσαν και αγωνίζονται μόνες τους να τα συντηρήσουν και 2) η ριζική αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, εφαρμόζοντας τις πλέον σύγχρονες και δοκιμασμένες μεθόδους όπου η γλώσσα δεν διδάσκεται αποκομμένη από τα άλλα μαθήματα για μια μόνο διδακτική ώρα, αλλά χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της ημέρας σε όλα τα μαθήματα του σχολικού προγράμματος. Αμφότερες οι λύσεις θα καταστήσουν τα σχολεία μας πολύ πιο ελκυστικά σε Έλληνες και ξένους μαθητές, αναβαθμίζοντάς τα ποιοτικά και ποσοτικά.

Αλλοίμονο αν κλωτσήσει την απροσδόκητη αυτή ευκαιρία η Ομογένεια και μείνει προσηλωμένη στις ίδιες ατελέσφορες πρακτικές που οδήγησαν τα σχολεία μας σε παρακμή.