Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι εργασίες στο χώρο του ανακτόρου της Αρχαίας Πέλλας, πρωτεύουσας της αρχαίας Μακεδονίας. Εδώ γεννήθηκε, μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε από τον Αριστοτέλη ο γιος του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας, ο Αλέξανδρος ΙΙΙ, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα στέφθηκε Μέγας.

Η πρώτη μορφή του ανακτόρου της Πέλλας είχε κτιστεί στα χρόνια του βασιλιά Αρχέλαου, στα τέλη του 5ου αιώνα. Ο Αρχέλαος ανέθεσε τη διακόσμησή του στο φημισμένο ζωγράφο Ζεύξη τον Ηρακλειώτη, ενώ την ίδια εποχή στην αυλή του Αρχέλαου ο Ευριπίδης έγραψε τις τραγωδίες «Αρχέλαος» και «Βάκχαι».

Σήμερα «η μεγίστη των εν Μακεδονία πόλεων» επί Φιλίππου Β’, η πρωτεύουσα των Μακεδόνων μετά τις Αιγές, πρωτεύουσα και επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, αποτελεί έναν σημαντικό αρχαιολογικό χώρο 4.000 στρεμμάτων. Εδώ και χρόνια, επανειλημμένα, έχουν γίνει έργα για την προστασία και την ανάδειξή του. Όμως το έργο που σχεδιάζεται τώρα είναι διαφορετικό, γιατί πρόκειται για την ανάδειξη του χώρου του ανακτόρου, το οποίο μέχρι στιγμής δεν ήταν προσβάσιμος.

Το ανάκτορο της Αρχαίας Πέλλας είναι ένα από τα τρία κλασικής – ελληνιστικής εποχής που σώζονται στον Eλλαδικό χώρο. Βρίσκεται βορείως του Aρχαιολογικού χώρου, ενώ μεταξύ τους παρεμβάλλονται καλλιεργήσιμες εκτάσεις και το Αρχαιολογικό μουσείο. Ξεκινώντας από το 1957, οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως πλήθος κτισμάτων που αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο σε έκταση και πολυπλοκότητα κτιριακό συγκρότημα, που κυριαρχούσε στην τοπιογραφία της αρχαίας Πέλλας όχι μόνο εξαιτίας της τεράστιας έκτασης που καταλάμβανε, αλλά και λόγω της θέσης του, επειδή βρισκόταν 15 μέτρα υψηλότερα από την υπόλοιπη πόλη.

Το ανακτορικό συγκρότημα (με τις αυλές, τους κήπους του, τα λουτρά, την παλαίστρα, την κολυμβητική δεξαμενή και τους χώρους διασκέδασης) είναι κτισμένο στον μεσαίο από τους τρεις λόφους, οι οποίοι δέσποζαν της πόλης από βόρεια, σε εξαίρετη θέση με ιδανικό νότιο προσανατολισμό και θέα στη Μακεδονική πεδιάδα. Αρθρώνεται ανατολικά και δυτικά ενός κεντρικού άξονα Ν-Β (που είναι ο δυτικός τοίχος του Πρόπυλου) σε πέντε κτιριακές ενότητες, καθεμία από τις οποίες αποτελείται από δύο ή περισσότερα κτίρια κτισμένα σε κλιμακούμενα άνδηρα. Με λίγα λόγια, έχει δομή πολεοδομικού συγκροτήματος, αποτελούμενο από ημιαυτόνομα κτήρια που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με στοές, διαδρόμους και κλιμακοστάσια, συνθέτοντας το σύνολο. Το οικοδομικό συγκρότημα, έκτασης 70 στρεμμάτων, έχει μήκος (Α-Δ) 400μ. και πλάτος (Β-Ν) 200μ. Η πρόσβαση γινόταν από ένα Πρόπυλο στα νότια.

Βάσει της μελέτης «Ανάδειξη του χώρου του Ανακτόρου της Αρχαίας Πέλλας», που εκπονήθηκε από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ) και πήρε το πράσινο φως στην τελευταία συνεδρίαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ), προβλέπεται η ανάδειξη του μνημειακού Προπύλου και των τεσσάρων κτιρίων που συγκροτούν τον πυρήνα του ανακτόρου, καθώς και του βόρειου τείχους και της βασιλικής πύλης.

Σύμφωνα με την προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πέλλας Ελισάβετ Τσιγαρίδα, «Το ανάκτορο είχε δημόσιο χαρακτήρα και σε αυτό βρισκόταν η αίθουσα όπου γίνονταν τα συμπόσια, η αίθουσα του θρόνου, αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση κατ αναλογία».

Ελισάβετ Τσιγαρίδα: «Το ανάκτορο ξεκίνησε πιο μικρό, αλλά επεκτάθηκε μετά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η περίοδος από το 320 ως το 250 π.Χ. ήταν μια εποχή τεράστιας ακμής για τη Μακεδονία, ενώ ήταν γνωστός και ο πλούτος του ανακτόρου. Δεν ξεχνάμε ότι σε όλο τον 3ο και τον 2ο αιώνα π.Χ., η Πέλλα ήταν το κέντρο του Μακεδονικού Βασιλείου, ένα από τα σπουδαιότερα κράτη της εποχής».

Όπως τόνισε η ίδια στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, οι εργασίες στο χώρο βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε πλήρη εξέλιξη, με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ, και, αν όλα εξελιχθούν ομαλά, το σημείο θα μπορεί να είναι επισκέψιμο το καλοκαίρι του 2021.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι το ανάκτορο σταμάτησε να λειτουργεί με τη λεηλασία από τους Ρωμαίους.

Ελισάβετ Τσιγαρίδα:  «Οι Ρωμαίοι δεν κατέστρεψαν την πόλη αλλά λεηλάτησαν το ανάκτορο, όπου βέβαια υπήρχαν και οι θησαυροί. Πήραν ακόμη και τον βασιλιά και την οικογένειά του ως σκλάβους στη Ρώμη, επιδεικνύοντας τον θρίαμβό τους. Η τύχη της βασιλικής οικογένειας ήταν πολύ σκληρή ενώ το ανάκτορο δεν χρησιμοποιήθηκε πια. Ωστόσο η πόλη συνέχισε να υπάρχει και κατά τη διάρκεια των Ρωμαϊκών χρόνων, καθώς από εκεί περνούσε και Εγνατία Οδός, ένας δρόμος που ένωνε την Ανατολή με τη Δύση».

Η σημερινή μορφή του ανακτόρου ανάγεται στη βασιλεία του Αντιγόνου Γονατά (320 π.Χ., Θεσσαλία-239 π.Χ., Αρχαία Πέλλα) και του Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας  (238 π.Χ., Αρχαία Πέλλα -179 π.Χ., Αμφίπολη).