22 Οκτωβρίου 1947: Εκτελείται ο Φρίντριχ (Φριτς) Σούμπερτ, ένας από τους χειρότερους ψυχοπαθείς εγκληματίες πολέμου που έδρασε στην Ελλάδα την περίοδο της γερμανικής κατοχής.

Στις 28 Ιουλίου του 1947 ξεκίνησε στο Ειδικό Δικαστήριο Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα η δίκη του Σούμπερτ. Μέρος του κατηγορητηρίου είχε ως εξής:

«…διότι ενήργησεν άνευ λόγου στρατιωτικής ανάγκης τας πράξεις ταύτας, αίτινες δεν εξυπηρέτουν πολεμικούς σκοπούς, ως είναι ειδικώτερον αι εκτελέσεις αθώων πολιτών και δη γερόντων, γυναικών και παίδων και […] εκ προμελέτης απεφάσισε και εσκεμμένως εξετέλεσεν ανθρωποκτονίας κατά των Ελλήνων»

Στην διάρκεια της δίκης οι μάρτυρες περιέγραψαν τα εγκλήματα του Σούμπερτ, ένας δε μάρτυρας από τα Γιαννιτσά δήλωσε στην κατάθεσή του:
«Αν υπήρχαν δέκα Σούμπερτ δεν θα υπήρχαν Έλληνες σήμερα».

Ο Σούμπερτ δήλωσε αθώος, αρνήθηκε να απολογηθεί και ζήτησε να καλέσει από την Γερμανία δικηγόρους και μάρτυρες υποστηρίζοντας ότι υπό τις παρούσες συνθήκες δεν παρέχονταν εγγυήσεις για την απονομή δικαιοσύνης σε αυτόν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι του ήταν δύσκολο να συνεννοηθεί με τους Έλληνες συνηγόρους του λόγω της γλώσσας. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και τον κάλεσε ξανά να απολογηθεί όμως εκείνος αρνήθηκε και πάλι και δήλωσε ότι θα έκανε αίτηση χάριτος προς το βασιλιά.

Τελικά στις 5 Αυγούστου το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο και τον καταδίκασε 27 φορές σε θάνατο, δεκαέξι φορές για τα εγκλήματα στην Κρήτη και εννιά για τα εγκλήματα στην Μακεδονία, μολονότι τα τελευταία ήταν περισσότερα.

Την 1η Οκτωβρίου ο Σούμπερτ μεταφέρθηκε στις φυλακές Επταπυργίου στην Θεσσαλονίκη για να δικαστεί για αλλά εγκλήματα που είχε τελέσει στην Μακεδονία.

Οι ποινές, 271 φορές σε θάνατο και χιλιάδες χρόνια κάθειρξης, συγχωνεύθηκαν στην ποινή του θανάτου.

Ο τυφεκισμός του στις 22 Οκτωβρίου 1947 πίσω από τις Φυλακές Επταπυργίου στην Θεσσαλονίκη, ήταν ο ταιριαστός επίλογος στην ζωή ενός χασάπη και παράλληλα, ελάχιστη δικαίωση των θυμάτων σε μια Ελλάδα που παρέβλεπε σκανδαλωδώς τις κατοχικές αμαρτίες των Γερμανών και των συνεργατών τους…

Οι τελευταίες του λέξεις, τις οποίες απεύθυνε σε καθολικό ιερέα που ήταν επιφορτισμένος να τον μεταλάβει, ήταν οι εξής: «Η Γερμανία ζη και δεν πεθαίνει. Εύχομαι να ξαναγίνη μεγάλη για να μπορέσει να ξεπληρώση όσα υποφέρει σήμερον».