Έχοντας επιστρέψει άπραγη από μια ακόμη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες, η ελληνική κυβέρνηση, την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενη, επιδόθηκε σε γελοίες ερμηνείες και σοφισμούς για να χρυσώσει το χάπι της ανύπαρκτης ευρωπαϊκής υποστήριξης απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα εις βάρος της Ελλάδος, Κύπρου και άλλων χωρών. Παρά το επίμονο ελληνικό αίτημα υπέρ της λήψεως κυρώσεων από την ΕΕ εις βάρος της Άγκυρας, η ελληνική πλευρά γύρισε και πάλι με άδεια χέρια.

Στην προηγούμενη Σύνοδο Κορυφής προ τριμήνου, όπου η Ελλάς και η Κύπρος δεν άσκησαν βέτο, ως δικαιούνται, αλλά αντιθέτως, υπερψήφισαν την επιβολή κυρώσεων εναντίον της Λευκορωσίας για ζητήματα δευτερεύοντα σε σχέση με την παραβατικότητα της Τουρκίας, είχε συμφωνηθεί ότι εάν η Άγκυρα δεν άλλαζε άμεσα συμπεριφορά, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρούσε στις απαραίτητες ενέργειες τον Δεκέμβριο. Όμως, να που η Σύνοδος του Δεκεμβρίου πέρασε και με τις πρεσβείες της μόνιμης προστάτιδος της Τουρκίας Γερμανίας και άλλων παρατρεχάμενων χωρών, η υπόθεση πήρε νέα αδικαιολόγητη παράταση για τον Μάρτιο, όπου μέλλει να συνεχισθεί κι άλλο η κοροϊδία.

Έκθετο το ΥΠΕΞ από τις αποφάσεις του πρωθυπουργού

Μάλιστα, ως επιστέγασμα της ανθελληνικής πολιτικής της, με την παρελκυστική τακτική που ακολουθεί, η προεδρεύουσα επί του Συμβουλίου της ΕΕ για το τρέχον εξάμηνο (και μονίμως ελέγχουσα αυτήν) Γερμανία, κατάφερε όχι μόνο να προασπίσει την Τουρκία από οποιαδήποτε καταδικαστική απόφαση και τιμωρία, αλλά και να πετάξει το μπαλάκι στην Αθήνα για την επανεκκίνηση διμερών συνομιλιών με την Άγκυρα και διεθνούς διάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο! Η δυσμενής αυτή εξέλιξη, στην οποία συμφώνησε ο πρωθυπουργός, άφησε έκθετο το Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο ισχυριζόταν ότι η εμμονή της Τουρκίας στην παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος μετά την προειδοποίηση του Σεπτεμβρίου καθιστούσε ανούσια την διεξαγωγή των όποιων διαπραγματεύσεων μεταξύ των γειτονικών χωρών. Εξάλλου, την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, με την πασίδηλη έλλειψη έμπρακτης αλληλεγγύης από τους ευρωπαίους εταίρους της, την εσωστρέφεια που επικρατεί στις ΗΠΑ και την τουρκική προκλητικότητα να βρίσκεται σε έξαρση, η Αθήνα δεν έχει τίποτε το καλό να προσμένει αν προσέλθει στο τραπέζι το διαπραγματεύσεων με την Τουρκία.

Κάποτε, τουλάχιστον, υπήρξε το εργαλείο του βέτο, που κράδαζε η Ελλάς και βαυκαλιζόταν ο λαός ότι η «ευρωπαϊκή» πορεία της χώρας εξυπηρετούσε κάποια λογική. Ο εκάστοτε πρωθυπουργός έκανε χρήση του βέτο ή τουλάχιστον απειλούσε αποτελεσματικά ότι θα το χρησιμοποιούσε και έπαιρνε παρηγοριά ο πολίτης ότι το κράτος είχε κάποιο λόγο στην ΕΕ, έστω και ως δευτεράντζα. Από τότε που αποφασίσαμε να γίνουμε «ρεαλιστές» και να αναλάβουμε τον μόνιμο ρόλο του «καλόβολου», του «χρήσιμου ηλίθιου», χάθηκε κι αυτή τούτη η ελάχιστη παρηγοριά, η ψευδαίσθηση ότι μετέχουμε, έστω και τυπικά, ως ισότιμο κράτος-μέλος, στην ασύντακτη αυτή κομπανία που θέλει να λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση.

Λεονταρισμοί στο εσωτερικό, καρπαζιές στο εξωτερικό

Η σημερινή κυβέρνηση, που βρίσκεται και στατιστικά ανάμεσα στις πλέον αυταρχικές πανευρωπαϊκά, εξαιτίας των σκληρών περιοριστικών μέτρων που εφαρμόζει για την δήθεν αντιμετώπιση του κορωνοϊού, αποδείχθηκε «χάρτινη τίγρης» εκτός συνόρων, όπου δεν μπορεί να θεσπίζει διατάγματα όλως αυθαιρέτως και να κυβερνάει με τσουχτερά πρόστιμα και τα ρόπαλα της αστυνομίας. Στο εξωτερικό δεν πιάνουν αυτά. Για να επιβληθείς, χρειάζεται να διαθέτεις ένα στρατηγικό σχέδιο, διπλωματικά ερείσματα, και εν ανάγκη, να είσαι διατεθειμένος να δυσαρεστήσεις χώρες που διαθέτουν μεγαλύτερη ισχύ, αποδεικνύοντας ότι έχεις τον τρόπο να πλήξεις άμεσα τα συμφέροντά τους εάν δεν λάβουν υπ’ όψη και τις δικές σου ζωτικές ανάγκες κατά την κατάστρωση κοινών σχεδιασμών.

Κανονικά, μετά από τέτοιο κάζο, η κυβέρνηση θα έπρεπε να τρίζει συθέμελα. Ο πρωθυπουργός αναιρεί τον υπουργό εξωτερικών και ουσιαστικά τον αδειάζει δημοσίως. Η κυβέρνηση παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα του λαού της και παραγκωνίζει θεσμούς που προϋπήρχαν του νεοελληνικού κράτους, όπως η Εκκλησία, αλλά στην Ευρώπη, δεν είναι ικανή να αποσπάσει έστω και κάποιες συμβολικές κυρώσεις εις βάρος της Τουρκίας, ενώ αρνείται πεισματικά να χρησιμοποιήσει τα βασικά νομικά όπλα που έχει στην διάθεσή της (βέτο και μπλοκάρισμα της ατζέντας της ΕΕ, διακήρυξη ΑΟΖ με την Κύπρο ώστε να κατοχυρωθεί η ελληνική υφαλοκρηπίδα και ο υποθαλάσσιος πλούτος της) για να κατοχυρώσει τις θέσεις της.

Η επιμονή των ελληνικών κυβερνήσεων σε λάθος στρατηγική

Μετά από κάποια στιγμή κι αφού εισπράξει το ένα χαστούκι μετά το άλλο, οφείλει κανείς να ομολογήσει την αποτυχία του, να ανασυνταχθεί και να αναζητήσει νέα στρατηγική. Τον κανόνα αυτόν τον ακολουθούμε τόσο σε προσωπικό επίπεδο (σχέσεις, επενδύσεις, επαγγελματική εξέλιξη), όσο και σε συλλογικό (διοίκηση επιχειρήσεων και ομάδων). Μόνον οι ελληνικές κυβερνήσεις δείχνουν να τον αγνοούν, ζημιώνοντας την χώρα όλο και περισσότερο και καθιστώντας την όλο και πιο ευάλωτη μέρα την μέρα.

Ούτε καν η λαϊκή ετυμηγορία δείχνει ικανή να οδηγήσει τις κυβερνήσεις στην αλλαγή στρατηγικής. Άλλωστε, όπως φρόντισε να διακηρύξει προς πάσα κατεύθυνση η παρούσα κυβέρνηση, που εξελέγη με αυτοδυναμία χάρη, εν μέρει, στην διάχυτη αγανάκτηση γύρω από την εθνικά επιζήμια Συμφωνία των Πρεσπών, υπάρχει «συνέχεια του κράτους» και έτσι, από πολέμια της κατάπτυστης Συμφωνίας κατέστη η πλέον φανατική υπέρμαχός της. Ουσιαστικά, έκανε ό,τι και η προηγούμενη κυβέρνηση, που εφάρμοσε αδιαλείπτως και κατά γράμμα τα καταστροφικά μνημόνια που είχε καταγγείλει ως αντιπολίτευση και που την εκτόξευσαν από κόμμα της ταβέρνας σε κυβέρνηση της χώρας για 5 χρόνια.

Δεδομένου ότι η κυβέρνηση αρνείται να κάνει χρήση των νομίμων δικαιωμάτων της ως κράτους-μέλους της ΕΕ για να προωθήσει τα συμφέροντά της, όπως κάνουν όλες οι υπόλοιπες χώρες που δρουν τελικά ως μονάδες και ποτέ ως σύνολο, ας μην προξενήσει εντύπωση σε κανέναν η περαιτέρω αποθράσυνση της Τουρκίας, η οποία παρακολουθεί τις αντιδράσεις της Ελλάδος και της παρέας των Βρυξελλών και φέρεται ανάλογα. Ούτε πρέπει να ξενίζει η έλλειψη κάθε στοιχειώδους αλληλεγγύης από Μεσογειακές χώρες όπως η Ιταλία, Μάλτα και Ισπανία, πόσο δεν μάλλον η Γερμανία, οι οποίες έχουν πολύ περισσότερα επιχειρηματικά συμφέροντα στην Τουρκία παρά στην Ελλάδα.

Εξ όνυχος τον λέοντα

Όταν η Ελλάς είχε την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί καταστάσεις και να ασκήσει πιέσεις, η κυβέρνηση Παπανδρέου προτίμησε να κάψει την εγχώρια οικονομία και να θυσιάσει το μέλλον μιας ολόκληρης γενιάς για να σώσει τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Τα λάθη αυτά επαναλαμβάνονται από διαδοχικές κυβερνήσεις, που θέτουν τα συμφέροντα των Ευρωπαίων εταίρων πάνω από αυτά του λαού τους. Μόνο που δεν ισχύει το αντίθετο και οι Ευρωπαίοι φροντίζουν να μάς το υπενθυμίζουν σε κάθε περίπτωση.

Το μόνο που πρέπει να προκαλεί εντύπωση πια είναι το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που εμπιστεύονται πολιτικούς σαν τον σημερινό πρωθυπουργό και τους άμεσους προκατόχους του και παράλληλα έχουν την αφέλεια να περιμένουν ότι θα αλλάξει κάτι προς το καλύτερο.

Εδώ μια ολόκληρη χώρα – με ένδοξο παρελθόν, που κάποτε στάθηκε μόνη της απέναντι στις σκοτεινές δυνάμεις του Άξονα και υπήρξε το άστρο της αυγής που προμήνυσε την διάλυση του ολοκληρωτισμού, σαν το σκοτάδι που χάνεται με την εμφάνιση της ροδοδάκτυλης αυγής – δέχτηκε να φυλακίζεται από τον σημερινό πρωθυπουργό της, που αρέσκεται να παριστάνει τον λέοντα μα είναι ολοφάνερο πως δεν είναι τίποτε παραπάνω από λιονταρής.

Στις απειλές της Τουρκίας και των Ευρωπαίων ψευδαδέλφων, ο κ. πρωθυπουργός βάζει την ουρά στα σκέλια κι όταν έλθει η σειρά του να μιλήσει, αντί να βρυχάται ώστε να υπερασπιστεί την περιοχή του, απλά ερεύγεται, προσφέροντας μόνον ανούσιο θόρυβο, αντικοινωνική συμπεριφορά, αέρα κοπανιστό και μάλιστα δύσοσμο.