Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα. Εν έτει δισέκτω (πλην όμως σωτηρίω) 2020, ο εορτασμός αυτός θα είναι διαφορετικός, όπως δεν παύουν να μας υπενθυμίζουν όλοι οι δημσιολάγνοι, δημοσιοκάφροι και οι ζηλεύσαντες την «δόξαν» αυτών δημολόγοι κάθε κοπής.

Οι «αριστείς» της κυβέρνησης μπορεί να εισπράττουν απανωτές καρπαζιές σαν σχολιαρόπαιδα από την καγκελάριο και τον σουλτάνο μέχρι να πουν «μπάρμπα», αλλά πρέπει να τους παραδεχθεί κανείς. Στα γυμνάσια προς τον ελληνικό λαό, είναι άπιαστοι! Η Ελλάς μπορεί να είναι ξέφραγο αμπέλι, με τα ΜΚΟ να κάνουν χρυσές δουλειές ενώ η οικονομία πάει στα τάρταρα, τους λαθρομετανάστες να φτάνουν από την Σομαλία και το Πακιστάν παρατεταγμένοι ως ασκέρι του Ερντογάν, τους κοινούς εγκληματίες, βιαστές και μαχαιροβγάλτες να δρουν ανενόχλητοι ανά την επικράτεια, ενώ τα δικαστήρια μόνο που δεν τους συγχαίρουν εάν και όποτε προσαχθούν, αλλά κατά τα άλλα, οι αρχές βρίσκονται επί τω έργω.

Κυβέρνηση των δύο μέτρων και των δύο σταθμών

Οι επιχειρήσεις έχουν μπει για τα καλά «στον γύψο» και οι πολίτες που κυκλοφορούν έχουν γίνει ο υπ’ αριθμόν 1 στόχος της ΕΛ.ΑΣ, που μοιράζει τα πρόστιμα σαν τις καραμέλες (ή μήπως τα κόλλυβα, να πούμε καλύτερα). Μιλάμε για το ίδιο σώμα που δεκαετίες τώρα δεν μπορεί (γράφε δεν θέλει) να εξαρθρώσει τους «γνωστούς άγνωστους», τους «μπαχαλάκηδες» και τις λοιπές περίεργες παρέες που εισχωρούν σε κάθε υγειές συλλαλητήριο και τα κάνουν λαμπόγυαλο, προκαλώντας δεκάδες χιλιάδες ευρώ ζημιά σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία και ενίοτε σοβαρούς τραυματισμούς ή ακόμη και θανάτους. Πλην όμως, δεν έχει κανένα πρόβλημα το ίδιο αυτό σώμα να ξυλοκοπάει απλούς πολίτες κάθε ηλικίας (πρβλ. συλλαλητήρια κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών) ή να μοιράζει τσουχτερές κλήσεις και πρόστιμα σε φτωχούς ανθρώπους, αποστερώντας τους κυριολεκτικά από τον επιούσιο άρτο… για ψύλλου πήδημα.

Κατά βάθος, δεν φταίνε τα όργανα της τάξης (αν και η συμπεριφορά αυτή σίγουρα δεν είναι αξιέπαινη και θα μπορούσε να μετριαστεί με λευκές απεργίες και διακριτική εσωτερική αντίσταση), αλλά οι πολιτικές αρχές και οι νομοθέτες που ψηφίζουν και εφαρμόζουν τα άδικα αυτά διατάγματα των δύο μέτρων και των δύο σταθμών. Εάν το ελλαδικό κράτος εφάρμοζε άτεγκτα και χωρίς εξαιρέσεις τους κείμενους νόμους σε όλες τις περιστάσεις, χωρίς παρεκκλίσεις και ιδεοληπτικούς φακούς, θα ίσχυε η αρχή του «dura lex, sed lex», αλλά η πραγματικότητα είναι άλλη. Η δε κυβέρνηση σέρνει πρώτη τον χορό στην αναντιστοιχία λόγων και έργων.

Δεν ξεχνιούνται εύκολα τα παράδοξα του περασμένου Πάσχα, με την εκδήλωση κάθε δημόσιας λατρείας, ακόμη και της περιφοράς του Επιταφίου την Μ. Παρασκευή ή των καμπανοκρουσιών την Ανάσταση να απαγορεύονται δια ροπάλου, αλλά να στήνεται κινούμενη συναυλία στους δρόμους της Αθήνας λίγες μέρες αργότερα! Παρόμοια τυραννικά δόγματα θεσπίζει και τώρα η κυβέρνηση, απαγορεύοντας την ρίψη του Σταυρού τα Θεοφάνεια (ενώ επέτρεψε την πορεία για το Πολυτεχνείο) και περιορίζοντας τον αριθμό των πιστών για τις 3 ημέρες που θα επιτρέψει τον εκκλησιασμό την περίοδο του Αγίου Δωεδεκαημέρου σε αριθμό πολύ μικρότερο και δυσανάλογο της χωρητικότητας των ναών.

Το δαιμόνιον του φόβου συνοδεύεται και από άλλα

Δεν είναι καινούργια τα φαινόμενα αυτά. Στο διήγημά του «Βαρδιάνος στα σπόρκα», που εκτυλίσσεται κατά την περίοδο της χολέρας του 1865, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρατηρεί ότι «τὸ πλεῖστον κακὸν ὀφείλεται ἀναντιρρήτως εἰς τὴν ἀνικανότητα τῆς ἑλληνικῆς διοικήσεως. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χώρα αὕτη ἠλευθερώθη ἐπίτηδες διὰ ν᾽ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο ἱκανὴ πρὸς αὐτοδιοίκησιν».

Όπως, επίσης, παρατηρεί ότι η χολέρα ήταν η αφορμή για τα δεινά που υπέφερε ο λαός εκείνη την χρονιά, αλλά ασφαλώς όχι η αιτία. Επιπροσθέτως, σημειώνει ότι τα περισσότερα θύματα κατά την ένσκηψη εκείνου του λοιμού δεν πέθαναν από χολέρα, αλλά από την πείνα που προκάλεσε ο φόβος αφ’ ενός και η εκμετάλλευση αφ’ ετέρου. Αφήνουμε στον αναγνώστη να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα για την ομοιότητα των λεχθέντων του Παπαδιαμάντη σχετικά με την χολέρα και την σημερινή επιδημία που μάς ταλαιπωρεί.

«Ἐλέχθη ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων, τῶν παρασταθέντων τότε ὡς θυμάτων τῆς χολέρας, ἀπέθανον πραγματικῶς ἐκ πείνης. Ἴσως νὰ μὴν ὑπῆρξεν ὅλως χολέρα. Ἀλλ᾽ ὑπῆρξε τύφλωσις καὶ ἀθλιότης καὶ συμφορὰ ἀνήκουστος. Οἱ ἄνθρωποι, ὅλοι πάσχοντες, ἐσκληρύνοντο κατ᾽ ἀλλήλων, εἰς ἐπίμετρον, καὶ καθίστων τὴν δεινοπάθειαν ἀπείρως μεγαλυτέραν. Οἱ εὔποροι ἐκ τῶν καθαριζομένων ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν πτωχῶν, καὶ ἐμέμφοντο αὐτοὺς ὡς παραιτίους τῆς δυστυχίας δι᾽ αὐτῆς τῆς παρουσίας των. Οἱ πτωχοὶ ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν εὐπόρων, καὶ τοὺς ᾐτιῶντο ὡς προκαλοῦντας τὴν ἀκρίβειαν τῶν τροφίμων διὰ τῆς εὐπορίας των. Ὅλοι ὁμοῦ οἱ ὑπὸ κάθαρσιν ταξιδιῶται ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν κατοίκων τῆς πολίχνης, καὶ τοὺς κατηγόρουν ἐπὶ ἀσυνειδήτῳ αἰσχροκερδείᾳ καὶ σκληρότητι, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς ἦτο ὅτι δέκα μόνον ἄνθρωποι ἐκ τῆς ἐμπορικῆς καὶ τυχοδιωκτικῆς τάξεως, ἥτις πουθενὰ δὲν λείπει, ἦσαν οἱ αἰσχροκερδεῖς καὶ οἱ σκληροὶ ἐκμεταλλευταὶ τῆς δυστυχίας. Οἱ κάτοικοι τῆς πολίχνης ἐσκληρύνοντο κατὰ τῶν ταξιδιωτῶν, καὶ ἐμίσουν αὐτούς, διότι εἶχον ἔλθει νὰ τοὺς φέρωσι τὴν χολέραν. Κακὴ ὑποψία, δυσπιστία καὶ ἰδιοτέλεια χωροῦσα μέχρις ἀπανθρωπίας, ἐβασίλευε πανταχοῦ. Ὅλα ταῦτα ἦσαν εἰς τὸ βάθος καὶ ὁ φόβος τῆς χολέρας ἦτο εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χολέρα ἦτο μόνον πρόφασις, καὶ ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἀνθρώπων ἦτο ἡ ἀλήθεια. Τὸ δαιμόνιον τοῦ φόβου εἶχεν εὕρει ἑπτὰ ἄλλα δαιμόνια πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἶχε λάβει κατοχὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἀνθρώπων.»

Τηλερουφιάνοι και πολιτικοί οι σύγχρονοι καλικάντζαροι

Εν μέσω ενός τέτοιου παρασκηνίου εορτάζονται τα φετινά Χριστούγεννα, τα οποία, παρά των κενών συνθημάτων των δημοσιολάγνων και κορονοφιλοσόφων, παραμένουν πάντα η «μητρόπολις των εορτών», σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Οι μεν πολιτικοί μπορεί να έχουν τους διαφόρους «τηλεισαγγελάτους» που αντί να δημοσιογραφούν επιδίδονται στον χαφιεδισμό «για το καλό μας», θυμίζοντας εποχές κατοχής, αλλά ο λαός έχει ακόμη τα παραδοσιακά του εφόδια, με τα οποία ανταπεξήλθε επιτυχώς στις τόσες περιστάσεις των αιώνων.

Μπορεί τα νομοθετήματα της κυβέρνησης και οι ιαχές των καλοπληρωμένων καναλιών (κάποιοι τα κονόμησαν καλά εν μέσω πανδημίας, εν αντιθέσει με τους πλείστους καταστηματάρχες και μικορμεσαίους) να έχουν ζωντανέψει πραγματικούς καλικάντζαρους, αλλά η σημασία και το μήνυμα της γιορτής δεν αλλάζει. «Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπροτάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ γλυκυτάτη καὶ συγκινητικωτάτη, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη ὡς οἰκογενειακὴ κατ᾿ ἐξοχὴν ἑορτή», γράφει ο Παπαδιαμάντης.

…«ἵνα κόσμος ὁ ἄκοσμος πάλιν ἄνωθεν κοσμηθῇ»

Κι αν λείψει φέτος ο κοσμικός χαρακτήρας της γιορτής, σε τίποτε δεν εκπίπτει η θεολογική σημασία της (πλην του περιορισμού της δημόσιας λατρείας και της ακώλυτης μυστηριακής μετοχής στον εορτασμό – πράγματα εξαιρετικά σοβαρά).

Η Εκκλησία θα θριαμβεύσει, όπως πάντα, έναντι και αυτού του διωγμού και ο Θεός θα τα οικονομήσει ώστε να βρεθεί λύση και σε αυτό το πρόβλημα. Τιμήσετε την γιορτή και γιορτάσετε, έστω σε στενό οικογενειακό κύκλο, την γέννηση του Κυρίου, του «ἐπιδημήσαντος ἀνακαινίσαι τὰ σύμπαντα ἵνα κόσμος ὁ ἄκοσμος πάλιν ἄνωθεν κοσμηθῇ», όπως περιγράφει τόσο όμορφα ο ιερός Χρυσόστομος.

Αφήστε τους σύγχρονους καλικάντζαρους να φωνάζουν και να λυσσάνε. Οι χαφιέδες θα ρουφιανεύουν, οι δικατορίσκοι θα φοβερίζουν, η μισόχριστος σπορά θα καλλιεργεί πολλά ζιζάνια, αλλά από τον ρου της ιστορίας δεν διαγράφεται η γέννηση του Σαρκοθέντος Λόγου, που τον υποδέχθηκαν ταπεινά στο σπήλαιο της Βηθλεέμ ποιμένες ως «ποιμένος ἐνδημοῦντος ἐμφράξαι φάρυγγα ἄπληστον, ἵνα μὴ πάλιν ὁ ὄφις ἀρχαίαν δάκῃ πλευράν» και που υμνήθηκε και υμνείτε υπό αγγέλων και ανθρώπων για την θεϊκή αυτή συγκατάβαση που άλλαξε την προοπτική της ανθρωπότητας. «Οὐ γὰρ ἄνθρωπος προέκοψεν εἰς Θεὸν, ἀλλὰ Θεὸς ἀνεδέξατο ἄνθρωπον».