ΜΟΔΕΣΤΟΣ: « Πὼς σκέφτηκες σύ, Βασίλειε – δὲν τὸν ὀνόμασε ἐπίσκοπο – καὶ τολμᾶς νὰ ἀντιστέκεσαι ἐνάντια στὴν ἐξουσία καὶ νὰ φέρεσαι μόνος σὺ μὲ τόση αὐθάδεια;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί μου κάνεις τέτοια ἐρώτηση; Ποιὰ εἶναι ἡ ἀπείθεια καὶ ἡ ὑπεροψία μου; Γιατί ἀκόμα δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Γιατί δὲν ἀκολουθεῖς τὴν θρησκεία τοῦ αὐτοκράτορα, ἐνῶ ὅλοι πιὰ οἱ ἄλλοι ὑποτάχτηκαν καὶ νικήθηκαν;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Δὲν εἶναι ἀρεστὰ αὐτὸ στὸ δικό μου Βασιλιά. Οὔτε ἀνέχομαι νὰ προσκυνῶ τὸ Χριστὸ σὰν κάποιο κτίσμα, ὅπως τὸν θεωρεῖτε σεῖς οἱ αἱρετικοί, ἀφοῦ ἐγὼ εἶμαι κτίσμα τοῦ Θεοῦ.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Καὶ μᾶς πῶς μᾶς θεωρεῖς; Δὲν εἴμαστε τίποτε ἠμεῖς, ποῦ διατάζουμε αὐτά; Πῶς λοιπόν; Δὲν θεωρεῖς μεγάλο καὶ τιμητικὸ τὸ νὰ ταχθῆς μὲ τὸ μέρος μας καὶ νὰ ἔχης φίλους καὶ συντρόφους;

Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ἀναγνωρίζω καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι σεῖς εἶσθε ὕπαρχοι καὶ ἐπιφανεῖς, ἀλλὰ καθόλου ἀνώτεροι ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ θεωρῶ σπουδαία τὴ φιλία σας, ἀλλὰ καὶ ἰσάξια μὲ τὴ φιλία τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ποὺ πιστεύουν. Γιατί δὲν εἶναι ἐπίσημος ὁ Χριστιανισμὸς ἀπὸ τὴν ἀξία τῶν προσώπων ποὺ ἀνήκουν σ΄ αὐτόν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πίστη.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ὕπαρχος ταράχθηκε. Ἄναψε ἀπὸ τὸ θυμό του. Σηκώθηκε ἀπὸ τὴν ἕδρα του καὶ μὲ λόγια ὁρμητικὰ εἶπε:

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πῶς λοιπὸν δὲν φοβᾶσαι τὴν ἐξουσία;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τί θὰ μοῦ συμβῆ; Τί πρόκειται νὰ πάθω;

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τί θὰ πάθης; Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ ἔχω στὴν ἐξουσία μου.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποιὰ εἶναι αὐτά; Πές μου τά, γιὰ νὰ ξέρω.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, ἐξορία, βασανιστήρια, θάνατος.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ἀπείλησε τίποτε ἄλλο, ἂν ὑπάρχη. Γιατί κανένα ἂπ΄ αὐτὰ ποὺ ἀνέφερες, δὲν μπορεῖ νὰ μὲ θίξη καὶ νὰ μὲ βλάψη.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πὼς εἶναι δυνατὸν καὶ μὲ ποῖο τρόπο θὰ τὰ καταφέρης;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί δήμευση περιουσίας δὲν μπορεῖ νὰ πάθη ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει τίποτα, ἐκτὸς ἂν πάρης τὰ τρίχινα αὐτὰ φτωχὰ ροῦχα καὶ τὰ λίγα βιβλία, ἀπὸ τὰ ὁποία ἀποτελεῖται ὁλόκληρη ἡ περιουσία μου. Ἐξορία δὲν ξέρω ἀφοῦ δὲν εἶμαι πουθενὰ ἐγκατεστημένος καὶ οὔτε αὐτὴ τὴ πόλη τοῦ κατοικῶ τώρα, θεωρῶ δική μου, ἀλλὰ θὰ ἔχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στὸν ὁποῖο θὰ μὲ ρίξουν. Καὶ μᾶλλον κάθε τόπο τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἐγὼ εἶμαι ξένος καὶ πάροικος. Τὰ βασανιστήρια πάλι τί μποροῦν νὰ κάνουν σὲ ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει σῶμα, ἐκτὸς ἂν λὲς βάσανο τὴν πρώτη πληγὴ μὲ τὴν ὁποία θὰ πέσει τὸ σῶμα αὐτό. Μόνο τῆς πληγῆς αὐτῆς εἶσαι κύριος. Καὶ ὁ θάνατος θὰ εἶναι γιὰ μένα εὐεργεσία, γιατί θὰ μὲ στείλει γρηγορότερα στὸ Θεό, γιὰ τὸν ὁποῖο ζῶ καὶ πολιτεύομαι καὶ χάρη τοῦ ὁποίου νεκρώθηκα καὶ πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπὸ καιρὸ τώρα σπεύδω.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Κανεὶς μέχρι σήμερα δὲ μίλησε μὲ τέτοιο τρόπο καὶ μὲ τόση μεγάλη παρρησία σὲ μένα τὸν Ὕπαρχο.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ἴσως δὲ συνάντησες ποτὲ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Γιατί ἂν συναντοῦσες πραγματικὸ Ἱεράρχη, ποὺ ν΄ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ὀρθὴ πίστη, μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ σοὺ ἀπαντοῦσε. Ἠμεῖς Ὕπαρχε, σὲ ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα εἴμαστε ἐπιεικεῖς καὶ ταπεινότεροι ἀπὸ κάθε ἄλλο ἄνθρωπο, γιατί τέτοια ἐντολὴ ἔχουμε ἀπὸ τὸν Κύριο. Καὶ ὄχι μόνο σὲ τόση μεγάλη ἐξουσία, ὅπως ἡ δική σου, ἀλλὰ οὔτε στὸν τυχόντα ἄνθρωπο σηκώνουμε μάτια. Ἀλλὰ ὅπου πρόκειται γιὰ τὸ Θεὸ καὶ κινδυνεύει ἡ πίστη, σ΄ Αὐτὸν μόνο ἀποβλέπουμε. Φωτιὰ καὶ ξίφος καὶ θηρία καὶ νύχια ποὺ κόβουν τὶς σάρκες εἶναι γιὰ μᾶς αὐτὰ περισσότερο εὐχαρίστηση παρὰ ἐκφοβισμὸς καὶ κατάπληξη. Γὶ΄ αὐτὸ βρίζε, φοβέριζε, κᾶνε ὅ,τι θέλεις, χρησιμοποίησε τὴν ἐξουσία σου. Ἂς ἀκούση τὴν ἀπάντηση αὐτὴ καὶ ὁ Βασιλιάς. Δὲν θὰ ὑποτάξης, οὔτε θὰ μὲ πείσης νὰ ταχθῶ μὲ τὸ μέρος τῆς αἱρετικῆς ἀσέβειας, ἔστω καὶ ἂν μὲ ἀπειλήσης μὲ ἀκόμη τρομερότερα.»