Γινόμαστε μάρτυρες πολλών παραλόγων στην χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, αλλά η σημερινή θέση του κυβερνώντος κόμματος απέναντι στην Συμφωνία των Πρεσπών και τα λασπόνερά της ξεπερνάει ακόμα και αυτά τα ελαστικά όρια, της ελλαδικής καθημερινότητας. Όσες ευθύνες και να φέρει η τέως κυβέρνηση, κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι η συμφωνία είναι τουλάχιστον συνεπής με τις σημερινές εθνομηδενιστικές θέσεις του Σύριζα. Εδώ και καιρό, προβεβλημένα μέλη και στελέχη του κόμματος αυτού ζητούσαν να γίνει αποδεκτή από την Ελλάδα η σκοπιανή παραχάραξη της ιστορίας.

Οπότε, όσο κατάπτυστη και να βρίσκει κανείς την Συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ και όσο ανέντιμο να θεωρεί την νομιμοποίησή της από ένα κόμμα το οποίο δεν μπορούσε καν να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία στις εκλογές και νομοθετούσε με την βοήθεια μερικών δανεικών σπουδαρχίδων βουλευτών, που χρησιμοποιούσε ως δεκανίκια, δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι δεν απηχεί τους μύχιους πόθους και τις θέσεις της Συριζαίϊκης νομενκλατούρας.

Τα ημαρτημένα της ψήφου διαμαρτυρίας

Εδώ, βέβαια, εγείρεται ένα σοβαρό θέμα με την ψήφο διαμαρτυρίας. Μετά την απομάκρυνση από την κάλπη, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Οι αγανακτισμένοι πολίτες που σήκωσαν το κόμμα του κ. Τσίπρα από τα βάραθρα του ελλαδικού εκλογικού τοπίου, του έδωσαν την ευκαιρία, άθελά τους, να αποπερατώσει μια βρώμική δουλειά που μέχρι τότε καμία ελληνική κυβέρνηση δεν δεχόταν να αναλάβει.

Με την περιβόητη καταψήφιση των μνημονίων «με ένα νόμο και ένα άρθρο» να έχει μετατραπεί στην πραγματικότητα σε τρίτο μνημόνιο και το περήφανο «όχι» του δημοψηφίσματος του 2015 να έχει ερμηνευτεί ως «ναι» καθ’ οδόν προς στις Βρυξέλλες, ο ελληνικός λαός έστειλε τον κ. Τσίπρα σπίτι του το 2019, εκλέγοντας αυτοδύναμη κυβέρνηση (για πρώτη φορά από 2009) την Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη. Την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η πανελλήνια αγανάκτηση για την Συμφωνία των Πρεσπών, όπως εκφράστηκε γλαφυρά μέσα από τα μεγαλειώδη συλλαλητήρια ανά την επικράτεια, στάθηκε αέρας στα πανιά της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Παίζει στα λασπόνερα των Πρεσπών και ο κ. Μητσοτάκης

Και μπορεί μεν ο κ. Μητσοτάκης να δήλωνε ότι δεν θα ακύρωνε την Συμφωνία των Πρεσπών, επικαλούμενος την «συνέχεια του κράτους», όμως έκανε σημαία του κόμματός του την αναδιαπραγμάτευση των προβληματικών σημείων της συμφωνίας, τονίζοντας ότι θα κοίταζε να διορθώσει τα κακώς κείμενα με μοχλό πίεσης την είσοδο των Σκοπίων στην ΕΕ. Επίσης, ξεκαθάρισε ότι δεν θα δεχόταν καμία παρέκκλιση από τα συμφωνηθέντα εκ μέρους των Σκοπιανών.

Με την ανάληψη της εξουσίας, φρόντισε να ξεχάσει αμφότερες τις δεσμεύσεις του, καταπίνοντας διάφορες σκοπιανές προκλήσεις, ενώ δεν δείχνει να θέτει καμία προϋπόθεση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, τις οποίες στηρίζει με όλη του την δύναμη, παρά τις εκπεφρασμένες αμφιβολίες ευρωπαίων εταίρων σχετικά με την καταλληλόλητα της διεύρυνσης σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη ήδη μοιάζει πελαγωμένη μέσα στην δίνη ποικίλων προκλήσεων.

Αλυτρωτισμός δια στόματος του Σκοπιανού προέδρου

Τόσο υπήρξε η θέρμη της νέας κυβέρνησης, η οποία υποτίθεται ότι ήταν αντίθετη στην Συμφωνία των Πρεσπών, που έφτασαν οι Σκοπιανοί να θέσουν θέμα «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα, χωρίς τον παραμικρό φόβο για αρνητικές συνέπειες στις διμερείς σχέσεις ή την ενταξιακή τους πορεία. Η αναφορά έγινε με τον πλέον επίσημο τρόπο, από τον ίδιο τον πρόεδρο των Σκοπίων κ. Πενταρόφσκι!

Συγκεκριμένα ο κ. Πενταρόφσκι δήλωσε σε συνέντευξή του σε σκοπιανό τηλεοπτικό σταθμό: «Έχουμε τους ανθρώπους που δηλώνονται ως Μακεδόνες και στην Ελλάδα. Με τη Συμφωνία των Πρεσπών δεν τους εγκαταλείπουμε».

Εκεί λοιπόν που θα νόμιζε κανείς ότι η εκχώρηση τόσων δικαιωμάτων και η καταστρατήγηση κάθε εθνικής γραμμής και στρατηγικής αποτελούσε το πλέον εξευτελιστικό σημείο στις διμερείς σχέσεις Αθηνών-Σκοπίων, να που τα κεκτημένα του βόρειου γείτονα εκ της συμφωνίας οδηγούν σε όλο και μεγαλύτερες ταπεινώσεις.

Κάν’το όπως η Βουλγαρία…

Το πιο εξοργιστικό δεν είναι ότι ο πρόεδρος των λιλιπούτιων Σκοπίων, που αποτελούν τα ίδια βορά στις επεκτατικές ορέξεις Αλβανίας και Βουλγαρίας, θεώρησε επιβεβλημένο να απευθύνει αλυτρωτικά μηνύματα προς στην Ελλάδα, καταπατώντας ολοφάνερα το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν φρόντισε να τον βάλει στην θέση του, θυμίζοντάς του τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την διακρατική συμφωνία και αφ’ ετέρου (το σπουδαιότερο), την ύπαρξη ελληνικής μειονότητας στα Σκόπια.

Έτσι, μετά την πρώτη προσβολή, ο κ. Πενταρόφσκι επανήλθε δριμύτερος, δείχνοντας το αδιόρθωτο όσων διακατέχονται από σύμπλεγμα κατωτερότητας επειδή επιμένουν να συντηρούν και να διαδίδουν μια πλασματική ιστορία και ταυτότητα. Ανασκευάζοντας τις δηλώσεις του, δεν ανακάλεσε τις δηλώσεις του περί «μακεδονικής» μειονότητας στην χώρα μας.

Μπροστά σε αυτή την επικίνδυνη εξέλιξη, το μόνο που δείχνει ικανή να κάνει η κυβέρνηση είναι να κάνει την προξενήτρα των Σκοπίων, προωθώντας την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, ως συνέχεια της τόσο «επιτυχημένης» στρατηγικής του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας. Έτσι, μαζί με τις αξιώσεις περί «τουρκικής» μειονότητας στην Θράκη που εγείρει η Άγκυρα (λες και οι Πομάκοι θέλουν να λέγονται Τούρκοι), η ελληνική διπλωματία θα πρέπει σταδιακά να χειριστεί και ανάλογες περί «μακεδονικής» μειονότητας, και μάλιστα από έναν μελλοντικό ευρωπαϊκό εταίρο, ο οποίος θα έχει οσονούπω την δυνατότητα να ασκεί βέτο και πιέσεις προς την Αθήνα μέσω των ευρωπαϊκών οργάνων.

Ευτυχώς που η Βουλγαρία φροντίζει προς το παρόν να μπλοκάρει κάθε πρόοδο των Σκοπίων στις ενταξιακές συνομιλίες, απαιτώντας τον τερματισμό της παραχάραξης της ιστορίας μέσα από αναφορές περί δήθεν «μακεδονικής» γλώσσας. Μια γλώσσα, φευ, που έσπευσε η Ελλάδα να αναγνωρίσει μέσα στην Συμφωνία των Πρεσπών.

Με την εθνικά αξιοπρεπής στάση της, η Σόφια φρόντισε να «κόψει την μαγκιά» του Σκοπιανού προέδρου, ο οποίος αναγκάστηκε να κάνει αναδίπλωση για παρόμοιες δηλώσεις του περί «μακεδονικής» μειονότητας στην Βουλγαρία. Άλλωστε, οι δηλώσεις του καταντούν αστείες, αφού πλείστοι όσοι Σκοπιανοί ζητούν και λαμβάνουν την Βουλγαρική υπηκοότητα, δηλώνοντας Βούλγαροι στην καταγωγή, οπότε μάλλον το αντίθετο ισχύει.

Καιρός να ασχοληθούμε με την ελληνική μειονότητα στα Σκόπια

Γιατί άραγε να μην έκανε παρόμοια ανοίγματα η Ελλάδα στον πληθυσμό των Σκοπίων με ελληνική καταγωγή;

Παρά την ένταξή του στο ΝΑΤΟ και την προσέγγιση με τις Βρυξέλλες, το μέλλον των Σκοπίων παραμένει επισφαλές, αφού στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια που αποτελούν προϊόν ιστορικού ψεύδους. Το όνειρο για μια «Μεγάλη Αλβανία» και η σταδιακή ενδυνάμωση της Βουλγαρίας θα σφίγγουν την μέγγενη στα Σκόπια. Μέσα από τις σταθερές πιέσεις που ασκούν, οι οποίες αποτελούν μέρος ενός στρατηγικού σχεδίου με ξεκάθαρους στόχους, η αποσταθεροποίηση του τεχνητού κρατιδίου των Σκοπίων φαντάζει ως κάτι πολύ πιθανό.

Το θέμα είναι να προλάβει τις εξελίξεις η Ελλάς και να θωρακιστεί, διότι αντιθέτως, μπορεί να βρεθεί απειλούμενη από το χάος που θα ξεσπάσει. Το να αψηφά τις προσβλητικές δηλώσεις του κάθε κ. Πενταρόφσκι ισοδυναμεί με το να αψηφά την εμφάνιση καπνού. Όταν πια φανούν οι φλόγες, είναι αργά για να αντιδράσει κανείς.

Γι’ αυτό, ας φροντίσει η Ελλάς να δείξει μηδενική ανοχή στα αλυτρωτικά μηνύματα και παράλληλα να δείξει ενδιαφέρον για τους κατοίκους των Σκοπίων που διαθέτουν ελληνική συνείδηση. Θα χρειαστεί να τους θυμηθεί, θέλοντας και μη, όταν ξεσπάσει η μελλοντική μπόρα.