Ο αυτισμός που επιδεικνύει η συστημική ελλαδική δημοσιογραφία στην ιεράρχηση και κάλυψη γεγονότων είναι τόσο παράλογος που δεν μπορεί παρά να δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τα κίνητρα της. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι σοβαρές κατηγορίες που βαραίνουν τον τέως καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου για βιασμό ενηλίκων κατά συρροή. Η είδηση αυτή «έσκασε» σχεδόν αμέσως μετά την δημοσιοποίηση πλειάδας κατηγοριών από γνωστές ηθοποιούς αθλήτριες και άλλες δημόσιες προσωπικότητες εις βάρος καλλιτεχνών, προπονητών, κ.α. για βιασμό, σεξουαλική παρενόχληση και παρεμφερή αδικήματα.

Ειδικά η είδηση σχετικά με τον τέως διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις, που θεωρείται από πολλούς ότι απειλεί ακόμη και την συνοχή της κυβέρνησης, τροφοδοτώντας προβλέψεις για παραιτήσεις, καρατομήσεις ή πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Αναμφίβολα, εάν οι καταγγελίες ευσταθούν, πρόκειται για μια αποτρόπαια εγκληματική ενέργεια η οποία θα πρέπει να τιμωρηθεί αμείλικτα, ενώ παράλληλα θα πρέπει να ερευνηθεί η υπόθεση εξονυχιστικά, ώστε να εντοπιστούν και να καταμερισθούν οι ευθύνες όλων των αρμοδίων που συγκάλυπταν ή αδιαφόρησαν για την διάπραξη αυτών των αδικημάτων. Στον δε βαθμό που εμπλέκονται και αμαρτωλά ΜΚΟ αλλά και κρατικοί αξιωματούχοι, η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο σοβαρή, διότι η διαστροφή από περιπτωσιακή, αποδεικνύεται συστημική, ενώ οι δικλείδες ασφαλείας ανύπαρκτοι.

Το «Τσεσμέ» στο δημοσιογραφικό παρασκήνιο

Μέχρι εδώ, η εστίαση της προσοχής των ΜΜΕ λειτουργεί εντελώς φυσιολογικά. Εκεί που αρχίζει να χωλαίνει η όλη στάση τους είναι όταν συνυπολογισθεί η υπόλοιπη ειδησεογραφική επικαιρότητα, η οποία επισκιάζεται από την φασαρία που δημιουργείται. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τις νέες τουρκικές προκλήσεις με την «έξοδο» του τουρκικού ωκεανογραφικού πολεμικού πλοίου «Τσεσμέ» στο Αιγαίο και την επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών Αθήνας-Άγκυρας. Σε μια εποχή που ο επεκτατισμός και ο αναθεωρητισμός του τουρκικού κράτους μεσουρανούν, η αποστολή τουρκικού ερευνητικού σκάφους να κόβει βόλτες στο κεντρικό Αιγαίο, εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας, κινδυνεύει φυσικά να δημιουργήσει ένα κακό προηγούμενο, το οποίο θα σπεύσει να εκμεταλλευτεί η τουρκική διπλωματία προς όφελος του αρχιτεκτονήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Μέχρι στιγμής, όπως και με την περίπτωση του «Ουρούτς Ρέις» τον περασμένο Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, η ελληνική κυβέρνηση αντιδρά δια της απραξίας, σηματοδοτώντας ότι επιλέγει τον ενδοτισμό αντί να υπεραμυνθεί της ακεραιότητος της πατρίδος, ως ώφελε. Μάλιστα, και στις δύο περιπτώσεις, η τουρκική προκλητικότητα επιβραβεύθηκε με διπλωματικές παραχωρήσεις, όπως η μη επιβολή κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση (αντιθέτως, συνεχίζεται η αδρά χρηματοδότηση της με κοινοτικά κονδύλια) και η επανεκκίνηση των διερευνητικών διμερών επαφών με την Αθήνα, όπου δίδεται η ευκαιρία στην Τουρκία να προβάλλει όλες τις εξωφρενικές αξιώσεις της απέναντι σε μιαν Ελλάδα που δεν διεκδικεί τίποτα. Δεν χρειάζεται να έχει αποφοιτήσει κανείς από την διπλωματική σχολή για να αντιληφθεί ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δυσχεραίνει αρκετά την θέση της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδος και προσφέρει πολλές ευκαιρίες στην Άγκυρα να πιέσει την κατάσταση προς τα εκεί που θέλει.

Τουρκική πειρατεία και κυβερνητική σταθερότητα

Συνεπώς, ο πρώτος και σημαντικότερος λόγος που θα πρέπει να τρεκλίζει η καρέκλα του σημερινού πρωθυπουργού είναι η εμμονή του να συνδιαλέγεται με την τουρκική κυβέρνηση όσο εκείνη παραβιάζει την εθνική κυριαρχία πραγματοποιώντας «πειρατικές» αποστολές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο εν γένει και δεν επιμένει στην επιβολή κυρώσεων στα ευρωπαϊκά όργανα. Δεν έχει σημασία εάν ισχυρά κράτη-μέλη της ΕΕ αντιτίθενται στο μέτρο αυτό. Η αρχιτεκτονική των μηχανισμών των Βρυξελλών είναι φτιαγμένη με τέτοιον τρόπο ώστε η προβολή βέτο από μία και μοναδική χώρα, όσο αδύναμη και να είναι, να εμποδίζει την λήψη αποφάσεων. Στο παρελθόν, η χρήση βέτο χρησιμοποιήθηκε ή επικαλέστηκε τουλάχιστον από μικρότερες χώρες (ενδεικτικό πρόσφατο παράδειγμα η Ουγγαρία) με επιτυχία. Παραιτούμενη από την χρήση του δικαιώματος αυτού, η Ελλάς αυτοεξαιρείται από την συνδιαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ και την συλλογική υποστήριξη των θέσεών της, χάνοντας ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της «ενωμένης Ευρώπης», ενώ επωμίζεται πλήρως τις πολλές υποχρεώσεις που της αναλογούν ως κράτος-μέλος.

Η υπόθεση Λιγνάδη μπορεί να αποτελεί κι εκείνη έναν σοβαρό λόγο για την αποπομπή κυβερνητικών αξιωματούχων (ακόμη και του πρωθυπουργού) ή την πτώση της κυβέρνησης. Πάντως, δεν αποτελεί τον κυριότερο και όσο τα ελλαδικά ΜΜΕ δεν καθιστούν σαφές ότι η συνοχή της (όποιας) ελληνικής κυβέρνησης εξαρτάται από την αποφασιστικότητά της να αντισταθεί στην τουρκική προκλητικότητα και να υπεραμυνθεί την εδαφική ακεραιότητα στην γη, την θάλασσα ή τον αέρα, είναι σαν να δημιουργεί ένα παραπέτασμα καπνού για να αποτραβήξει την προσοχή της κοινής γνώμης.

Λαμόγια και παπατζήδες

Η πρακτική αυτή χρησιμοποιείται συχνά από κλέφτες και απατεώνες, όπου, προκειμένου να συντελεστεί μια εγκληματική ενέργεια χωρίς να την αντιληφθεί το θύμα ή να προλάβει να αντιδράσει, επιστρατεύεται κάποιος συνεργός, ο οποίος δημιουργεί φασαρία ή κάποια άσχετη εμπλοκή ώστε να απασχολήσει το θύμα και να δράσει ο θύτης ανενόχλητος.

Δεν αποκλείεται, λοιπόν, τα ΜΜΕ να δρουν ως «λαμόγια» στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των «παπατζήδων» πολιτικών, ξεγελώντας το κοινό (υποψήφια θύματα) με θεάματα ή στημένες σκηνές.

Με την διαπίστωση αυτή, δεν επιχειρείται η παραμικρή υποβάθμιση της σημασίας των καταγγελιών που βαραίνουν όλους τους εμπλεκομένους στα πρόσφατα σκάνδαλα που ταλανίζουν την κοινωνία. Απλά επισημαίνεται ότι μια κακουργηματική πράξη, όσο αποτρόπαια και αν είναι, η οποία διαπράττεται από επώνυμο ή ανώνυμο στο πλαίσιο της ιδιωτικής ή επαγγελματικής ζωής του, δεν μπορεί να συνιστά μεγαλύτερη απειλή για τον τόπο από την διάπραξη εγκληματικών παραλείψεων ή λαθών στην διαχείριση της τύχης μιας ολόκληρης χώρας, ειδικά σε θέματα άμυνας.

Ο ενδοτισμός ισοδυναμεί με συνέργεια σε ειδεχθές έγκλημα

Εφόσον τα ΜΜΕ διαρρηγνύον τα ιμάτιά τους για τις όντως καταδικαστέες ενέργειες που φέρονται να έχουν διαπράξει οι κατηγορούμενοι, θα έπρεπε να προειδοποιούν με ακόμη πιο στεντόρεια φωνή για τους κινδύνους που εγκυμονεί η δράση του διαβόητου τουρκικού στρατού και των συνεργών του. Εάν η συλλογική μνήμη από τους μαύρους αιώνες της τουρκοκρατίας ή τις γενοκτονίες εις βάρος του Ελληνισμού στις αρχές του 20ου αιώνα έχουν ξεθωριάσει, ας ρωτήσουμε του Κυπρίους ή τους Κούρδους για τα καμώματα των Τούρκων. Δεν είναι μόνο γη που αρπάζουν. Οι ανθρώπινες τραγωδίες είναι άφθονες. Ή μήπως αυτοί οι βιασμοί δεν απασχολούν τους κονδυλοφόρους της κυβέρνησης ή της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Στο παρελθόν, παρά τα λάθη τους, η Ελλάς διέθετε πολιτικούς που τολμούσαν να αναφωνήσουν «Βυθίσατε το Χόρα» ή να απειλήσουν με πόλεμο στην κρίση του Σισμίκ. Τότε, υπήρχε ακόμη ένα κώδικας συνεννόησης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για το μέγιστο ζήτημα της προστασίας του εθνικού εδαφικού, εναερίου και θαλασσίου χώρου. Σήμερα, μόνο τους μέλημα μοιάζει να είναι η εκτέλεση του θελήματος της καγκελαρίας.

Μήπως πρέπει να θεωρηθούν λοιπόν και εκείνοι συνεργοί των επίδοξων βιαστών της Ελλάδος;