Ἐπειδή πρόσφατα (2007) ἀσκήθηκε λογοκρισία σέ µιά δήλωσή µου σέ κάποιον τηλεοπτικό σταθμό καί δημιουργήθηκαν εἰς βάρος µου ἀνόητες παρεξηγήσεις (ἡ δήλωση ἀκούστηκε ὡς ἑξῆς:

«Βέβαια δέν ὑπάρχουν γραπτές μαρτυρίες ἐπαρκεῖς γιά τό κρυφό σχολειό…»· τά λοιπά λόγια κόπηκαν!), ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παραθέσω αὐτούσια ὅσα εἶχα γράψει γιά τό θέµα αὐτό στή δίτοµη «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κόσµου καί τοῦ Μείζονος χώρου» (τ. Β’, σσ. 223-24).

«Σημαντική ἦταν καί ἡ συμβολή τῶν ἐκκλησιῶν καί µοναστηριῶν στή διάδοση μιᾶς ὑποτυπώδους θρησκευτικῆς παιδείας πού ἐκάλυπτε καί τή γλωσσική διδασκαλία. Ἐπειδή ἡ διδαχή γινόταν ὑπό συνθῆκες τραγικῆς δουλείας καί μυρίων κινδύνων, κυρίως ὅμως ἐπειδή τά παιδιά, λόγῳ ἐπαγγελματικῶν ἀσχολιῶν, πήγαιναν νύχτα στό “σχολειό”, πλάσθηκε ὁ θρῦλος τῶν “Κρυφῶν Σχολειῶν”.

Ὅ,τι ὅμως εἶναι θρῦλος δέν σηµαίνει πώς εἶναι ψέμα. Ὁ θρῦλος διασώζει τή μνήμη τοῦ γεγονότος µέ τή στοματική παράδοση. Τό “Κρυφό Σχολειό” ἐνέχει καί τούτη τή σημασία: ἡ διδαχή γινόταν σέ δύο ἐπιπεδα, στό ἐπίπεδο τοῦ “φανεροῦ”, ὅπου λέγονταν τά ἀκίνδυνα γιά τόν κατακτητή, καί στό ἐπίπεδο τοῦ “κρυφοῦ”, γιά ἐπιλεγμένα παιδιά, ὅπου λέγονταν τά ἐπικίνδυνα». Ὅταν κάποιος εἶναι σκλάβος, εἶναι ὑποχρεωμένος ὅσα κάνει νά τά κάνει κρυφά. Πολύ περισσότερο ὅταν αὐτά δέν εἶναι ἀρεστά καί εἶναι «οὐ φωνητά».

Ἐξ ἄλλου, ἀφοῦ τά σχολεῖα ἦσαν κρυφά, θά κρατοῦσαν πρακτικά καί µαθητολόγια; Ἄς τό σκεφθοῦμε κι ἀλλιῶς. Γιατί φωτισµένοι δάσκαλοι, μέ τεράστια παιδεία ἔπαιρναν τά βουνά καί δημιουργοῦσαν σχολεῖα στίς πιό ἀπρόσιτες περιοχές; Εἶναι ἁπλό: αὐτά τά ὁποῖα ἐδίδασκαν χρειάζονταν ἀέρα λευτεριᾶς πού χαρίζει τό βουνό. Γι’ αὐτό κι ὁ Πατρο-Κοσμᾶς στίς διδαχές του ἔλεγε: «Από τά βουνά θά ἕλθει ἡ λευτεριά». Κι ἀκόμη, γιατί στούς νάρθηκες πάμπολλων ἐκκλησιῶν καί μοναστηριῶν εἶναι ζωγραφισμένες χορεῖες ἀρχαίων σοφῶν;

Απλούστατα στά δύσκολα χρόνια οἱ νάρθηκες γίνονταν σχολεῖα καί µέσα σ᾿ αὐτούς δειχνόταν λεκτικά καί ὀπτικά ἡ ἀρχαία σοφία. Ὡστόσο, λόγῳ ἑλλείψεως ἐπαρκῶν μαρτυριῶν ἐσχάτως ἀνακινήθηκε θέµα ὑπάρξεως ἤ ἀνυπαρξίας τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ». Νέοι ἱστορικοί, οἱ λεγόμενοι «ἀποδομητές», ἀνακάλυψαν πώς εἶναι μῦθος. Καί νοσφίσθηκαν αὐτοί τήν «δόξα» τῆς ἀνακαλύψεως!

Κι ὅμως ὁ πρῶτος πού ἀμφισβήτησε τήν ὕπαρξή του ἦταν ἕνας ἄνθρωπος στενά δεμένος μέ τὸ πατριαρχεῖο, ὁ σπουδαῖος ἱστοριοδίφης Μανουήλ Γεδεών. Κι αὐτό λόγῳ ἐλλείψεως γραπτῶν μαρτυριῶν. Ἀκολούθησαν κι ἄλλοι, ὅπως ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης, ὁ Γ. Κορδᾶτος, ὁ Λῖνος Πολίτης. Αὐτός ὅμως πού πρό δεκαετίας ἀμφισβήτησε μέ ἰσχυρή ἐπιχειρηματολογία τήν ὕπαρξη «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» εἶναι ὁ καθηγ. Ἄλκης Ἀγγέλου µέ τήν ἀξιοπρόσεκτη ἐργασία του «Τό Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ἑνός Μύθου» (1997).

Ὡστόσο, ὁ καθηγ. Ἀγγέλου εἶχε τήν ἐντιμότητα νά παραθέσει 4-5 γραπτές μαρτυρίες, βάσει τῶν ὁποίων μαρτυρεῖται ἡ ὕπαρξη «Κρυφοῦ Σχολειοῦ». Ἡ πρώτη ἀφορᾶ στόν λόγιο γιατρό Στέφανο Κανέλλο, φίλο τοῦ Κοραῆ, συναθλητή καί διάδοχο τοῦ Ρήγα, Φιλικό πού συμμετεῖχε στόν Ἀγῶνα καί πέθανε πολεμώντας στήν Κρήτη. Σέ µία ἐπιστολή, τήν ὁποία ἀπηύθυνε ὁ Κανέλλος στίς 4 Ἰανουαρίου 1822 πρός τόν Γερμανό Φιλέλληνα Carl Iken, γράφει τά ἀκόλουθα:

«Οἱ Τοῦρκοι ἀπαγόρευαν αὐστηρότατα τά σχολεῖα ἀκόμη καί ἀπό τίς ἐκκλησίες. Αὐτή κι ἀνάλογες αἰτίες ἀνάγκαζαν τούς Ἕλληνες νά θεωροῦν τή θρησκεία συνδεδεμένη µέ τά γράµµατα καί τά σχολεῖα. Γι’ αὐτό προσπαθοῦσαν µέ χρηματικές δωρεές καί μέ ἄλλα µέσα νά ἱδρύσουν κρυφά κοινά σχολεῖα τόσο σέ µεγάλες ὅσο καί σέ µικρές πόλεις, ὅπου καί τά παιδιά τῶν φτωχῶν διδάσκονταν χωρίς νά πληρώνουν…»

Ἡ ἐπιστολή αὐτή ἔχει γραφτεῖ σέ ἀνύποπτο χρόνο, τό δεύτερο ἔτος τῆς Ἐπαναστάσεως, καί ἀπό ἄνθρωπο πού βρισκόταν ἔξω ἀπό τήν ἐπιρροή τῆς ἐκκλησίας. Δημοσιεύθηκε στό ἔργο τοῦ Iken «Leucothea» στή Λειψία τό 1525. Τήν μαρτυρία αὐτή μπορεῖ ἕνας ἱστορικός νά τήν θεωρήσει ἀνεπαρκῆ, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει τήν ὕπαρξή της. Ἄρα, τό λεγόμενον ὅτι δέν ὑπάρχουν γραπτές μαρτυρίες δέν εὐσταθεῖ. Θά παραβλέψω τίς ἄλλες τρεῖς μαρτυρίες (μεταξύ αὐτῶν καί τήν ἔγκυρη τοῦ προξένου τῶν ΗΠΑ στήν Κωνσταντινούπολη Καρόλου Τάκερµαν) καί θά σταθῶ στά ὅσα γράφει ὁ Νικ. Δραγούµης στό ἔργο του «Ἱστορικαί ἀναμνήσεις».

Ὁ Δραγούμης, βαθύτατος γνώστης τῶν τότε πραγμάτων, ἀναφερόμενος στίς δυσκολίες πού ξεπέρασαν οἱ ὑπεύθυνοι γιά τήν διάδοση τῆς παιδείας τῶν κοριτσιῶν, γράφει τά ἀκόλουθα: «Ὅθεν οὔτε γωνίαν εὑρίσκεις σήμερον ἄνευ σχολείου κορασίων, οὔτε πατέρα οὔτε μητέρα µή φλεγοµένους ὑπό τοῦ πόθου τῆς ἀγωγῆς τῶν ἰδίων θυγατέρων. Ἐπειδή δέ ὁ τοσοῦτος ἔρως τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ γυναικείου φύλου εἰσήλασε τροπαιοῦχος καί εἰς τήν δούλην Ἑλλάδα (σημ. Σ.Ι.Κ.: ἐννοεῖ τίς µή ἀπελευθερωμένες, κυρίως τίς ἀσιατικές περιοχές), ἀνηγέρθηκαν γυναικῶν φροντιστήρια καί κατά τάς ἀσιάτιδας ἔτι χώρας, ὅπου πρό αἰώνων δέν εἶχε ἀκουσθεῖ ἡ γλυκεῖα τοῦ Πλάτωνος ἤ τοῦ Χρυσοστόµου φωνή, ὅπου διά τόν φόβον τῶν κρατούντων ἐλάχιστος ἀριθμός μαθητῶν µετέβαινον εἰς σχολεῖον, κείµενον ἐν παραβύστῳ ( =σέ ἀπόκρυφο μέρος), ἄδοντες, ὡς εἰ ἐπλανῶντο ( = ὡσάν νά εἶχαν χαθεῖ) χάριν εὐθυμίας εἰς τάς ὁδούς, τό ἐπίτηδες ποιηθέν τοῦτο ἄσμα: Φεγγαράκι µου λαμπρό, φέγγε µου νά περπατῶ, νά πηγαίνω στό σχολειό, νά μαθαίνω γράµµατα γράµματα µαθήµατα τοῦ Θεοῦ ποιήµατα».

Εἶναι ἡ πρώτη ἴσως καταγραφή τοῦ ποιήµατος αὐτοῦ, πού δέν εἶναι βέβαια δημοτικό, ἔγινε ὅμως δημοτικό λόγῳ τῆς εὐρείας χρήσης του, ἐπειδή ἀπηχοῦσε στό αἴσθημα τοῦ λαοῦ καί τίς ἀναμνήσεις του. Βέβαια εἶναι δικαίωµα ἑνός ἱστορικοῦ νά ἀμφισβητεῖ τήν ἀξιοπιστία μιᾶς γραπτῆς μαρτυρίας, νά ἀμφισβητεῖ καί τήν λαϊκή παράδοση καί νά ἀποδίδει ἀξιοπιστία στά ἔγγραφα.

Διερωτῶμαι: πόση ἀξιοπιστία ἔχουν τά σημερινά -ἔστω κρατικά- ἔγγραφα; Διερωτῶμαι ἀκόμη, µήπως εἶναι ἀντιεπιστημονικό -γιά νά μήν πῶ ἀντιδημοκρατικό- τό νά ἀμφισβητεῖται ἡ συλλογική μνήμη ἑνός λαοῦ; Ἀκόμη καί σήµερα ὁ λαός ἔχει διασώσει τήν παράδοση ὅτι σέ ὁρισμένα σημεῖα τῆς Ἑλλάδος λειτούργησαν «Κρυφά Σχολειά» καί δείχνεται τό µέρος ὅπου λειτούργησαν. Πέρα ἀπ᾿ ὅσα ἔχουν καταγραφεῖ ἀπό ἄλλους ἱστορικούς, ὁ γράφων στό βιβλίο του «Ἡ Ἱερά Μονή Αγίων Αναργύρων “Σταματήρας” Πάρνωνος» (Σπάρτη 1993) ἀναφέρεται σέ δύο «Κρυφά Σχολειά», τό ἕνα ἑντός τῆς μονῆς καί τό ἄλλο σέ ἀπόκρημνη περιοχή στὀ δρόμο Βασσαρᾶ-Βεροίων, στά ὁποῖα περί τό 1958 τόν ὁδήγησαν ἐντόπιοι συγκυνηγοί του καί τοῦ διηγήθηκαν ὅσα εἶχαν ἀκούσει ἀπό τοὺς γονεῖς τους. Τό δικαίωµα τῆς ἀμφισβητήσεως εἶναι σεβαστό· ἐπίσης σεβαστό ὅμως εἶναι καί τό δικαίωµα τῆς παραδοχῆς .

Δική µου ἀρχή εἶναι νά μήν ἀμφισβητῶ τήν προφορική παράδοση, ἡ ὁποία σφάλλεται μέν ὡς πρός τήν ἀκρίβεια, ὄχι ὅμως ὡς πρός τήν οὐσία. Ἐξ ἄλλου κι ὁ μῦθος -πολύ περισσότερο ὁ θρῦλος- ἔχει τήν δική του ἱστορικότητα. Κλείνουµε τό κεφάλαιο αὐτό µέ µιά ἀναφορά σέ δύο μεγάλους ἱστορικοῦς: Ὁ Λεοπ. φόν Ράνκε στόν πρόλογο τῆς «Παγκόσμιας ἱστορίας» του γράφει: «Ἡ ἱστορία ἀρχίζει ὅταν τά μνημεῖα γίνονται κατανοητά καί διαθέτουµε ἀξιόπιστες γραπτές μαρτυρίες».

Σωστό ὥς ἕνα βαθμό. Τι θά γινόταν ὅμως, ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ Ξενοφῶν; Ὁ Πελοποννησιακός πόλεμος δέν θά γινόταν; Δέν θά γινόταν ἡ µάχη στά Κούναξα; Τό ὅτι δέν ἀναφέρεται σέ γραπτές πηγές ἡ λειτουργία Κρυφῶν Σχολειῶν, δέν σημαίνει πώς δέν ὑπῆρχαν. Ὁ Ἔντουαρντ Μάγερ στό περίφημο ἔργο του «Zur Theorie Und Methodik Der Geschichte» (1910) ὑποστηρίζει ὅτι στήν ἱστορία ἀνήκει ὅ,τι ἀσκεῖ ἐπίδραση. Καί ἡ ἐπίδραση τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» ὑπῆρξε ἰσχυρή ὥς τούς παρόντες καιρούς.
Σαράντος Ι. Καργάκος, «Μαθήματα Νεότερης Ἱστορίας», τ. Α΄, Ἐκδ. Γεωργιάδης, 2007


*Ὁ λαός ἀσφαλῶς δέν θά διαµόρφωνε τήν ἀντίληψη περί «Κρυφοῦ Σχολειοῦ», ἄν αὐτό δέν ἦταν ὑπαρκτό µέχρι τή νεώτερη ἐποχή στίς µή ἀπελευθερωμένες ἑλληνικές περιοχές. Πρόσφατα ὁ Φάνης Κακριδῆς μετέφρασε µέρος τῶν ἀνταποκρίσεων τοῦ γνωστοῦ δημοσιογράφου René Puaux, πού τὶς εἶχε δημοσιεύσει στή γαλλική ἐφημερίδα Καιροί τό 1914 µέ τίτλο Δυστυχισμένη Ἤπειρος. Ὁ R. Puaux γράφει ὅτι συναντήθηκε στό Αργυρόκαστρο στό σπίτι τοῦ Μ. Ζωτίδη µέ ἕνα δάσκαλο καί µιά δασκάλα καί τούς µαθητές τους πού προσπαθοῦσαν, ὑπό συνθῆκες παρανοµίας σχεδόν, νά συντηρήσουν τήν ἑλληνικὴ ἰδέα, χωρίς νά γίνουν ἀντιληπτοί ἀπό τούς Τούρκους. Γράφει ὁ Puaux, κατά μετάφραση Κακριδῆ:

«Θά μποροῦσε κανείς νά ἀφιερώσει ἕνα ὡραῖο κεφάλαιο στό σῶμα τῶν Ἑλλήνων δασκάλων τῆς Ἠπείρου, πού, άντιμετωπίζοντας τόσες ἀντιξοότητες καί ταπεινώσεις, δὲν ἔπαυσαν γι’ αὐτό νά προχωροῦν τό πατριωτικό τους ἔργο. Κανένα ἑλληνικό βιβλίο δέν γινόταν δεκτό, ἄν εἶχε τυπωθεῖ στήν Ἀθήνα. Ἔπρεπε ὅλα νά ἔλθουν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἑλληνική ἱστορία ἦταν ἀπαγορευμένη. Ἔτσι, ἔκαναν συµπληρωματικές μυστικές παραδόσεις, ὅπου χωρίς βιβλίο, χωρίς τετράδιο, ὁ μικρός Ἠπειρώτης μάθαινε νά γνωρίζει τήν πατρίδα μητέρα του, τόν ἐθνικό του ὕμνο, τά ποιήματα καί τούς ἥρωές του. Οἱ µαθητές κρατοῦσαν στά χέρια τους τήν ζωή τῶν δασκάλων τους. Ἕνας λόγος ἀστόχαστος ἤ µιά καταγγελία θά ἦταν μοιραία».

**Από τό βιβλίο τοῦ καθηγητῆ Νικολάου Β. Χρονόπουλου: «Ἡ ἀλήθεια γιά τό Κρυφό Σχολειό», ἐκδ. Πλάτανος, Ἀθήνα 2002.
***Ὁ Νικ. Δραγούμης διεδραµάτισε σηµαντικό ρόλο στά πολιτικά πράγματα τῆς ἀπελευθερωμένης Ἑλλάδος. Τό βιβλίο του «Ἱστορικαί ἀναμνήσεις» εἶναι µία ἀπό τίς σημαντικώτερες πηγές γιά τά χρόνια τοῦ Ἀγώνα, κυρίως γιά τήν μετέπειτα περίοδο. Ἡ πρώτη ἔκδοση, δυστυχῶς µόνον τοῦ Α΄ τόμου, ἔγινε τό 1874, ἡ δεύτερη τό 1879 καί ἡ τρίτη τό 1973 ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ἑρμῆς» μέ τήν ἐπιμέλεια τοῦ Ἄλκη Αγγέλου. Ἀπό τήν ἔκδοση αὐτή καί τό παραπάνω παράθεµα.
****Ἔκδοση 1973, σ. 164. Στή δεύτερη ἔκδοση (1879) εἶναι στή σ. 214.

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!