Επιστολή του ινστρούχτορα της Περιφερειακής Επιτροπής Ναρίμ του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) Βελιτσκό προς τα κομματικά όργανα για την κατάσταση στο νησί Ναζινό.

Άκρως απόρρητο

Προς τον σύντροφο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν, τον Ρόμπερτ Ιντρίκοβιτς Έιχε, και τον γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής του Π.Κ.Κ. (Μπ.) Κ. Ι. Λέβιτς

[Ι] Στις 29 και 30 Απριλίου από την Μόσχα και το Λένινγκραντ έφτασαν για εγκατάσταση για ειδικούς χώρους, δύο αποστολές ταξικά εκφυλισμένων στοιχείων. Οι αποστολές αυτές, κατά την διαδρομή, συμπληρώθηκαν με παρόμοια στοιχεία και έφτασαν στην πόλη Τομσκ και στην συνέχεια με μαούνες στην περιοχή του Ναρίμσκ.

Στις 18 Μαΐου η πρώτη και στις 26 Μαΐου η δεύτερη, αποτελούμενες από τρεις μαούνες, αποβιβάστηκαν στον ποταμό Ομπά, στις εκβολές του ποταμού Νάζινα, στο νησί Ναζινό, απέναντι από το ομώνυμο χωριό και προκυμαία. (επαρχία Αλεξαντρόφσκι, βόρεια πλευρά της περιφέρειας Ναρίμσκ).

Η πρώτη αποστολή αποτελούνταν από 5.070 άτομα, η δεύτερη από 1.044 Συνολικά 6.114 άτομα. Κατά την διαδρομή, ιδιαίτερα με τις μαούνες, τα άτομα βρίσκονταν σε άκρως δυσχερή θέση: άθλια τροφή, συνωστισμός, ανεπάρκεια αερισμού, μαζικοί ξυλοδαρμοί των πιο ισχυρών εναντίον των αδύναμων (παρά την ισχυρή φρούρηση). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πέραν όλων των άλλων, υψηλά ποσοστά θνησιμότητας, για παράδειγμα, στην πρώτη αποστολή είχαμε 35-40 θανάτους την ημέρα.

Ενδεικτικό είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση, το παρακάτω στοιχείο. Η πρώτη αποστολή έφτασε στο νησί μία θαυμάσια ηλιόλουστη ημέρα. Έκανε πολλή ζέστη. Αρχικά, ξεφορτώθηκαν στο νησί 40 πτώματα και επειδή έκανε πολλή ζέστη και οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν λόγω του ήλιου, επιτράπηκε στους νεκροθάφτες να ξεκουραστούν και στην συνέχεια να πιάσουν δουλειά. Όσο οι νεκροθάφτες ξεκουράζονταν, οι νεκροί άρχισαν να ζωντανεύουν. Αναστέναζαν, καλούσαν σε βοήθεια και ορισμένοι άρχισαν να σέρνονται πάνω στην άμμο προς την μεριά των ζωντανών. Έτσι, από αυτά τα πτώματα, ζωντάνεψαν και σηκώθηκαν 8 άτομα.

Η ζωή στις μαούνες αποδείχτηκε πολυτελής, ενώ οι δυσκολίες που βίωσαν εκεί απλές ανοησίες σε σύγκριση με όλα εκείνα που αντιμετώπισαν οι δύο αυτές αποστολές στο νησί Ναζινό (εδώ έπρεπε να γίνει διαχωρισμός των ανθρώπων σε ομάδες για να εγκατασταθούν σε συνοικισμούς στον άνω ρου του ποταμού Ναζινά). Το ίδιο το νησί αποδείχτηκε εντελώς παρθένο, χωρίς κανένα κτίσμα. Οι άνθρωποι αποβιβάστηκαν με τα ρούχα που φορούσαν όταν τους άρπαξαν στις πόλεις και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς: με ανοιξιάτικα ρούχα, χωρίς σεντόνια και κουβέρτες, πολλοί, μάλιστα, ήταν ξυπόλυτοι.

Την ίδια στιγμή στο νησί δεν υπήρχαν καθόλου εργαλεία, ούτε ένα ψίχουλο τροφίμων, όλο το σιτάρι καταναλώθηκε στις μαούνες και δεν υπήρχαν εκεί κοντά άλλα τρόφιμα. Τα φάρμακα που προορίζονταν για την εξυπηρέτηση των αποστολών και ήταν μαζί τους κατά την διαδρομή, είχαν κατασχεθεί ήδη στην πόλη Τομσκ.

Η κατάσταση αυτή προκάλεσε την δυσαρέσκεια πολλών συντρόφων που συνόδευαν την πρώτη αποστολή από 5.070 ατομα. (Το θέμα είναι ότι ήδη στις μαούνες, πολλοί εξαιτίας της έλλειψης ψωμιού, λιμοκτονούσαν). Ωστόσο, οι αμφιβολίες αυτές, απαντήθηκαν από τον διοικητή της τοπικού διοικητηρίου της Αλεξάντροφσκο-Βαχόφσκαγια Τσιπκόφ με τον παρακάτω τρόπο: «Αποβιβάστε τους… ας βοσκήσουν».

[IΙ] Ξεκίνησε η ζωή στο νησί. Την δεύτερη ημέρα μετά την άφιξη της πρώτης αποστολής, στις 19 Μαΐου χιόνισε, είχε δυνατούς ανέμους και στην συνέχεια έκανε παγωνιά. Πεινασμένοι, εξαντλημένοι άνθρωποι χωρίς στέγη, χωρίς να έχουν κανένα εργαλείο και στην πλειονότητά τους χωρίς εργασιακές δεξιότητας και μάλιστα δεξιότητες για την οργανωμένη αντιμετώπιση των δυσκολιών, βρέθηκαν σε απελπιστική κατάσταση. Παγωμένοι, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να ανάψουν φωτιές, να κάθονται, να ξαπλώνουν και να κοιμούνται δίπλα στην φωτιά. Είναι δύσκολο να πούμε αν υπήρχε η δυνατότητα να κάνουν οτιδήποτε άλλο, γιατί επί τρία μερόνυχτα δεν τους χορηγήθηκαν καθόλου τρόφιμα. Στο νησί ξέσπασαν πυρκαγιές, είχε καπνούς.

Οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν. Καίγονταν ζωντανοί στις φωτιές την ώρα που κοιμούνταν, πέθαναν από την εξάντληση και την παγωνιά, από τα εγκαύματα και την υγρασία που τους περιέβαλλε. Η παγωνιά ήταν τόσο βαριά που ένας από τους εκτοπισμένους, ξάπλωσε σε μία καιόμενη κουφάλα και πέθανε εκεί, μπροστά στα μάτια των ανθρώπων που δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν, γιατί δεν υπήρχαν ούτε σκάλες, ούτε τσεκούρια.

Τα πρώτα εικοσιτετράωρα μετά την ηλιόλουστη ημέρα, η ομάδα των νεκροθαφτών κατάφερε να παραχώσει 295 πτώματα, αφήνοντας τα υπόλοιπα για την επόμενη ημέρα. Η καινούργια ημέρα όμως έφερνε νέους νεκρούς κ.λπ.

Αμέσως μετά το χιόνι και την παγωνιά, άρχισαν οι βροχές και οι παγωμένοι άνεμοι, αλλά παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι έμεναν χωρίς τροφή. Μόνο την τέταρτη ή πέμπτη ημέρα έφτασε το νησί σικάλευρο, το οποίο άρχισαν να μοιράζουν στους εκτοπισμένους, δίνοντας μερικές εκατοντάδες γραμμάρια.

Παίρνοντας το αλεύρι, οι άνθρωπο έτρεχαν στο νερό και με καπέλα, ποδόπανα, σακάκια και παντελόνια, το έκαναν κουρκούτι και το έτρωγαν. Η μεγάλη του πλειονότητα, απλά έτρωγε το αλεύρι σκέτο, έπεφταν και με κομμένη την ανάσα πέθαιναν από πνιγμό.

Όλες τις ημέρες της παραμονής τους στο νησί (από 10 έως 30 εικοσιτετράωρα) οι εκτοπισμένοι έπαιρναν αλεύρι, χωρίς να έχουν κανένα σκεύος να το μαγειρέψουν. Οι πιο ανθεκτικοί έφτιχναν πιτάκια και τα έψηναν στις φωτιές. Ζεστό νερό δεν υπήρχε. Για στέγη είχαν αυτή την φωτιά. Η διατροφή αυτή δεν βελτίωσε την κατάσταση. Μετά από λίγο, αρχικά σε σπάνιες περιπτώσεις, μα στην συνέχεια αποκτώντας απειλητικές διαστάσεις, άρχισε η ανθρωποφαγία. Στην αρχή σε απομακρυσμένες γωνιές του νησιού, στην συνέχεια όμως όπου δινόταν η ευκαιρία. Η φρουρά πυροβολούσε τους ανθρωποφάγους, τους σκότωναν οι ίδιοι οι εκτοπισμένοι. Ωστόσο, μαζί με αυτή, ένα τμήμα ζούσε ανεκτά, παρ’ όλο που δεν είχε, όπως όλοι, παρά μόνο αλεύρι. Αυτή η κατάσταση οφειλόταν στους μεθόδους οργάνωσης όλων αυτών των ανθρώπων. Στο νησί υπήρχε διοικητής (Σιχαλιόφ), τυφεκιοφόροι των εσωτερικών στρατευμάτων και υγειονομικοί κα, φυσικά, υπαξιωματικοί της επιμελητείας.

Μαζί με την ανθρωποφαγία, η διοίκηση του νησιού, έθαψε στην γη, χιλιάδες κιλά αλεύρων, επειδή βρίσκονταν εκτεθειμένα και τα χαλούσαν οι βροχές. Ακόμη και αυτό το αλεύρι, το οποίο μοιραζόταν στους εκτοπισμένους, δεν έφτανε στα χέρια πολλών. Το έπαιρναν οι επονομαζόμενοι επικεφαλής των μπριγάδων, δηλαδή εγκληματίες. Έπαιρναν τσουβάλια με αλεύρι για την «μπριγάδα» τους και τα πήγαιναν στο δάσος, αφήνοντας τα μέλη της μπριγάδας χωρίς τροφή. Η ανικανότητα ή η απροθυμία να οργανωθεί η εξυπηρέτηση των ανθρώπων έφτασε τέτοιο βαθμό, ώστε όταν έφτασε το αλεύρι στο νησί, θέλησαν να το μοιράσουν ατομικά σε πέντε χιλιάδες, υποχρεώνοντάς τους να σταθούν στην ουρά. Ακολούθησε το αναπόφευκτο: οι άνθρωποι μαζεύτηκαν μπροστά στο αλεύρι και τότε κάποιος διέταξε πυρ κατά βούληση. Οι νεκροί από τους πυροβολισμούς ήταν λιγότεροι από εκείνους που ποδοπατήθηκαν στις λάσπες από το πλήθος.

Θα πρέπει να υποθέσουμε πως η διοίκηση του νησιού και οι στρατιωτικοί, πρώτον, δεν αντιλαμβάνονταν πλήρως την αποστολή τους έναντι αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι ήταν υπό την ευθύνη τους, τα έχασαν από την καταστροφή που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια τους. Δεν μπορούμε να αποτιμήσουμε διαφορετικά το καθεστώς των ξυλοδαρμών με ρόπαλα, ιδιαίτερα με τους υποκόπανους των όπλων και τις ατομικές εκτελέσεις εκτοπισμένων. Θα φέρω ένα παράδειγμα εκτέλεσης, γιατί χαρακτηρίζει γλαφυρά πως προσπάθησαν να οργανώσουν την ζωή των ανθρώπων.

Ένας εκτοπισμένος προσπάθησε να πάρει αλεύρι δύο φορές (το αλεύρι το μοιράζαν με κύπελλα, με φλιτζάνι του τσαγιού) και τον αντιλήφθηκαν. «Στάσου εκεί πέρα», διέταξε ο τυφεκιοφόρος Χόντοφ. Εκείνος στάθηκε στο μέρος που το υπέδειξε, σε μία απόμερη γωνιά. Ο Χοντόφ πυροβόλησε και τον σκότωσε εν ψυχρώ (σκότωσε πολλούς, μα τώρα έχει αποστρατευθεί με αίτησή του).

Τέτοια μέθοδοι ηγεσίας και διαπαιδαγώγησης ενίσχυσαν σοβαρά τις διαλυτικές τάσεις οποιασδήποτε μορφής οργάνωσης που ξεκίνησαν τις πρώτες κιόλας ημέρες μετά την αποβίβαση.

Εάν η ανθρωποφαγία ήταν ο πιο σοβαρός δείκτης αυτής της διάλυσης, τότε οι μαζικές της μορφές εκδηλώθηκαν σε κάτι άλλο: εμφανίστηκαν συμμορίες κακοποιών, οι οποίες, ουσιαστικά, κυριαρχούσαν στο νησί. Ακόμη και οι γιατροί φοβούνταν να βγουν από τα αντίσκηνά τους. Οι συμμορίες τρομοκρατούσαν τους ανθρώπους ενώ ήταν ακόμη στις μαούνες, αρπάζοντας το ψωμί, τα ρούχα, ξυλοκοπώντας και δολοφονώντας ανθρώπους. Στο νησί, ξεκίνησε πραγματικό κυνήγι εναντίων ανθρώπων που είχαν χρήματα, χρυσά δόντια και γέφυρες. Ο ιδιοκτήτης τους εξαφανιζόταν πολύ γρήγορα, γι’ αυτό και οι νεκροθάφτες άρχισαν να παραχώνουν ανθρώπους με σκισμένα στόματα. Το πλιάτσικο κυρίευσε και ορισμένους τυφεκιοφόρους που άρπαζαν ψωμί και καπνό, χρυσό, φορέματα κ.λπ. Στο νησί επιβλήθηκαν νέες τιμές: ένα νέο παλτό για μισό μπουκάλι ή ένα πακέτο καπνό. 1 πακέτο καπνού = 300 ρούβλια, δύο χρυσά δόντια ή τέσσερις γέφυρες ή δύο χρυσές.

Καθοριστικό στοιχείο, το οποίο ενθάρρυνε αυτό το φαινόμενο και την αύξηση της θνησιμότητας, ήταν η απουσία κάθε είδους φυσικής, παραγωγικής δουλειάς. Για όλο το διάστημα παραμονής στο νησί, οι εκτοπισμένοι δεν έκαναν τίποτα, εκείνος που δεν κινείτο ή δεν έκανε λίγες κινήσεις, απλά πέθαινε.

Αυτή την κατάσταση συνάντησε και η δεύτερη αποστολή, η οποία αμέσως αποδέχτηκε τους κανόνες του νησιού.

Στα τέλη Μαΐου (25-27) άρχισε να αποστολή των ανθρώπων στα επονομαζόμενα τμήματα, δηλαδή στους τόπους μόνιμης εγκατάστασής τους.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ