Τα νέα από το μέτωπο της οικονομίας δεν είναι καθόλου ευχάριστα, ως προς την βιωσιμότητα του χρέους.

Αναλυτές της τράπεζας Barclays, εκτιμούν ότι έφτασε η ώρα, που οι πιο υπερχρεωμένες χώρες, θα «υποφέρουν», όπως αναφέρουν, από την πιθανότητα, ότι η δεκαετία μείωσης των (πραγματικών ή προσαρμοσμένων στον πληθωρισμό) επιτοκίων δανεισμού έχει φτάσει στο τέλος της.

Οι οικονομολόγοι της Barclays δήλωσαν ότι η πανδημία χτύπησε το  καμπανάκι του συναγερμού, σε μοντέλα που ήταν σχεδιασμένα σχετικά με τη βιωσιμότητα των συνολικών δημόσιων και ιδιωτικών χρεών των χωρών.

Τα οποία μοντέλα εξαρτώνται από τον υπολογισμό των καθαρών αποταμιεύσεων.

Το μοντέλο που επεξεργάζονται τους δείχνει ότι η Νότια Αφρική, Βραζιλία, Περού, Κολομβία και Ελλάδα (που αποτελεί και μοναδική περίπτωση στην Ευρωζώνη, καθώς το χρέος ξεπερνά το 200% του ΑΕΠ) είναι «σαφώς μη βιώσιμες», ενώ το Μεξικό, η Ρωσία και η Τουρκία είναι στο όριο.

Είπαν ότι αυτό μπορεί να φανεί ήδη σε σχετικές κινήσεις νομισμάτων από το 2019, καθώς και στην κλίση των καμπυλών αγοράς ανταλλαγής επιτοκίων.

Ο μόνος τρόπος για τη διαχείριση του χρέους σε αυτό το περιβάλλον, είναι είτε η συνεχής πτώση των πραγματικών επιτοκίων δανεισμού, παρόμοια με εκείνη της τελευταίας δεκαετίας – τώρα απίθανο – είτε μια συντονισμένη εθνική υποβάθμιση που βλάπτει την κυκλική ανάπτυξη, κατέληξαν.

Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει και η Κομισιόν, η οποία εκτιμά ότι για πρώτη φορά στην ιστορία το χρέος στην Ευρώπη θα φθάσει στο 100% του ΑΕΠ, ενώ ακόμα και στην κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, είχε φτάσει ως το 90%.

Για την Ελλάδα, η εξίσωση της βιωσιμότητας του χρέους είναι πολύ δύσκολη και εξελίξεις αναμένονται μέσα στον Μάιο, όταν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναθεωρήσει το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Η κρίση της «πανδημίας», απειλεί να ρίξει στα «βράχια» μετά τον Τράμπ και την παγκόσμια οικονομία, ανοίγοντας το τεράστιο «παιχνίδι» του δανεισμού, όπως το επιθυμούν μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα.