Η πορεία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής παρομοιάζεται συχνά με «στάδιο». Οι αγώνες στους οποίους καλούνται να συμμετάσχουν οι αγωνιζόμενοι φημίζονται από την ιερά μούσα της Εκκλησίας ότι καλλιεργούν τις αρετές. Η πορεία του σταδίου καταλήγει στην Μεγάλη Εβδομάδα, η οποία κορυφούται με αυτή τούτη την Ανάσταση του Χριστού, που αποτελεί την ολοκληρωτική νίκη κατά του θανάτου και την απελευθέρωση του ανθρώπινου γένους από τα δεσμά του Άδη, αφού η προοπτική της βροτείας (θνητής) φύσης αλλάζει χάρη στον Αναστημένο Χριστό, ο Οποίος μετέχει της ιδίας φύσεως, μαζί με την προϋπάρχουσα θεϊκή.

Η εορτή της 25ης Μαρτίου πέφτει πάντα μέσα στην περίοδο αυτή και δεν είναι τυχαίο ότι ένα γεγονός που είναι τόσα οργανικά συνυφασμένη με την πνευματική ελευθερία του ανθρώπου, αλλά και την ιστορική απελευθέρωση του ελληνικού λαού, βρίσκεται μέσα στο στάδιο αυτό. Το τεσσαρακονθήμερο στάδιο προετοιμασίας και προπαρασκευής βρίθει επίκαιρων μηνυμάτων που αφορούν στην σημερινή κατάσταση του Ελληνισμού, όχι μόνο πνευματικά, αλλά και πολιτικά. Άλλωστε, σύμφωνα με την ελληνική κοσμοαντίληψη, η πολιτική είχε παραδοσιακά μεταφυσικό χαρακτήρα και δεν ήταν αποκεκομμένη από την πνευματική ζωή του τόπου. Οι αντιλήψεις περί καθαρού διαχωρισμού των πολιτικών από των εκκλησιαστικών ή πνευματικών θεμάτων παραπέμπουν στον μανιχαϊσμό της Ανατολής ή στον ιστορικό υλισμό της Δύσης. Όμως, είναι ξένες για την ελληνική σκέψη.

Η Μεγάλη Σαρακοστή διδάσκει και πολιτική αγωγή

Η Μεγάλη Σαρακοστή βρίθει παραδειγμάτων που θα μπορούσαν να αναλυθούν, όμως, λόγω του περιορισμένου χώρου μιας επιφυλλίδας, θα σταθούμε σε δύο ενδεικτικά παραδείγματα, που προβάλλει η Εκκλησία κατά την πρώτη και τρίτη Κυριακή των Νηστειών. Κατά την πρώτη Κυριακή των Νηστειών, την αποκαλούμενη Κυριακή της Ορθοδοξίας, μνημονεύεται η αναστήλωση των ιερών εικόνων και η επικράτηση της ορθοδόξου διδασκαλίας περί της προσκύνησης των εικόνων, μετά από δύο περιόδους σκληρού διωγμού, όταν στοχοποιήθηκαν από τους εικονομάχους. Κατά την τρίτη Κυριακή, την λεγόμενη Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η Εκκλησία τοποθετεί το τίμιο Σταυρό στην μέση του δολίχου της νηστείας, για να τονώσει μεν το ηθικό των αγωνιζομένων και να διδάξει δε ότι η τελική νίκη περνάει μέσα από τον σταυρό και την θυσιαστική αυτοπροσφορά.

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας, όπου διακηρύσσεται ότι οι εικόνες τιμώνται και προσκυνούνται «σχετικώς και ου λατρευτικώς» και ότι «η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» έρχεται να επιβεβαιώσει την τεράστια σημασία της συμβολικής τόσο στην ζωή της Εκκλησίας, όσο και στην αντίληψη του ελληνικού λαού. Πρόκειται για τον ίδιο λαό της φιλοκαλίας του οποίου εξύμνησε και απαθανάτισε μέσα από τον λόγο του ο μεγάλος πολιτικός Περικλής προ 250 αιώνων.

Η τιμή που διαβαίνει επί το πρωτότυπον

Φέτος, που γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από το «θαύμα του ‘21», προκαλεί ευχάριστη εντύπωση ο ενθουσιασμός και η θετική αποδοχή των έργων του νεαρού «γκραφιτίστα» Ευρύτου, ο οποίος κοσμεί τους τοίχους της Αθήνας με μορφές ηρωικών αγωνιστών του 1821. Εν μέσω της επιδημίας του κορωνοϊού, με την κυβερνητική επιτροπή για το 1821 να μην φαίνεται ικανή να διοργανώσει κάτι αντάξιο της ιστορικής επετείου, παρά μόνο να προκαλεί την κοινή γνώμη με τις εμμονές και τα εθνομηδενιστικά καμώματα κάποιων μελών της, μεταξύ των οποίων και της επικεφαλής της, η «τέχνη του δρόμου», που προσφέρει πηγαία ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης, αποτελεί την πλέον όμορφη έκπληξη. Παράλληλα, αποδεικνύει ότι το αίσθημα της φιλοκαλίας παραμένει λαϊκό γνώρισμα και ότι δύναται ο ίδιος ο λαός να αναπληρώσει τα κενά και τις αστοχίες της εγχώριας «ελίτ» αβίαστα και φυσιολογικά.

Δυστυχώς, μαζί με τα ευχάριστα συναισθήματα που χαρίζουν τα πρωτότυπα αυτά φιλοτεχνήματα, δοκιμάζουμε την πίκρα και τον θυμό από την πολεμική που εξαπολύουν σύγχρονοι εικονομάχοι, οι οποίοι εμφανίζονται στο προσκήνιο, για να επιβάλλουν τις κακόδοξες απόψεις τους με τρόπο δυσσεβή και προκλητικό, που θυμίζει συμπεριφορές και νοοτροπίες που καταδίκασε ο Ελληνισμός σε παλαιότερες εποχές της μακρόσυρτης ιστορίας του. Τα ίδια τα έργα του Ευρύτου έγιναν στόχο επαναλαμβανομένων βανδαλισμών από ανώνυμους δράστες, οι οποίοι, ανήμποροι να προβάλλουν κάποια αντιπρόταση μέσα από την τέχνη ή τον διάλογο, επέλεξαν την προσφιλή μέθοδο όλων εκείνων που, υποκύπτοντας στον φθόνο και το σύμπλεγμα κατωτερότητας γεννά η ανεπάρκειά τους, καταφεύγουν στην ασφαλή λύση της καταστροφής.

Ο εθνομηδενισμός και η ιδεολογική αγκύλωσή έχουν ωθήσει ορισμένους να θεωρούν ως αποδεκτή λύση την καταστροφή όλων εκείνων που δεν τους βρίσκουν σύμφωνους. Έτσι, η μη ανοχή τους στις εικόνες και στον σεβασμό που τρέφουν οι πολίτες για τα ηρωικά πρόσωπα που συμβολίζουν τους οδήγησαν να αναλάβουν τον ρόλο συγχρόνων εικονομάχων, ή μάλλον βαρβάρων, διότι οι πράξεις τους δεν ορμούνται από κάποιον διεστραμμένο ευσεβισμό, αλλά από καθαρό μηδενισμό.

Σύγχρονοι εικονοκλάστες, θλιβεροί πατριδοκλάστες και της πολιτείας γλάστρες

Το ίδιο θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος και για τους διαδηλωτές που καταστρέφουν ιερές εικόνες, προσβάλλοντας έτσι την πίστη και την θρησκεία εκατομμυρίων συμπολιτών τους. Ανάμεσα στον θλιβερό αυτό εσμό βρισκόταν και… καθηγήτρια πανεπιστημίου, αποδεικνύοντας ότι το μορφωτικό επίπεδο δεν είναι πάντα συνώνυμο με την παιδεία κατά κεφαλήν καλλιέργεια ενός ανθρώπου. Τέτοιου είδους συμπεριφορές έχει συνηθίσει ο Ελληνισμός να δέχεται από βαρβάρους επιδρομείς, όπως οι Τούρκοι, που καταστρέφουν εκκλησίες και χώρους λατρείας μέχρι σήμερα, αλλά όταν η προσβολή προέρχεται εκ των έσω, ο πόνος είναι διπλός. Κρίμα στα πτυχία κάποιων ανθρώπων.

Έτερα παραδείγματα αυτής της εικονοκλαστικής συμπεριφοράς θα μπορούσαν να εντοπιστούν και αλλού, όπως στην κατάσταση των ελλαδικών πανεπιστημίων, που προσβάλλουν την αισθητική του μέσου πολίτη, εξαιτίας των βανδαλισμών και της γενικότερης αταξίας που επικρατεί σε κάποια εξ αυτών. Στην ουσία, οι περισσότεροι υπέρμαχοι της λύσης της πανεπιστημιακής αστυνομίας θα επικαλεστούν την κακή εικόνα των πανεπιστημιακών χώρων για να δικαιολογήσουν την θέση τους. Εάν όσοι αντιτίθενται στο μέτρο αυτό φρόντιζαν μόνο τους για την τήρηση της αισθητικής του χώρου, επιδεικνύοντας την στοιχειώδη φιλοκαλία και σεβασμό στην δημόσια περιουσία, δεν θα υπήρχε καν ανάγκη για διαδηλώσεις και αγώνες, διότι απλούστατα κάθε προσπάθεια ελέγχουν των πανεπιστημιακών χώρων με όργανα της τάξεως θα απορρίπτετο ως μη αναγκαίο.

Τέλος, θα μπορούσε να διδαχθεί πολλά για την ελληνική συμβολική και η σημερινή Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η οποία έχει δώσει τροφή για αρνητικά σχόλια αρκετές φορές, τόσο με τις παράταιρες ενδυματολογικές προτιμήσεις της, όσο και με την γενικότερη συμπεριφορά της σε λατρευτικούς χώρους, όπου παρεκκλίνει από την τάξη και δεν δείχνει να σέβεται την γλώσσα της συμβολικής, με την οποία επικοινωνεί χιλιάδες χρόνια τώρα ο Ελληνισμός.

Η σταυρική θυσία ως ηγετικό προτέρημα

Όσον αφορά στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, αυτή δηλώνει τόσο το «χαροποιόν πένθος» της σταυρικής θυσίας του Χριστού, που οδήγησε στον θρίαμβο της Ανάστασης, αλλά και την σημασία της αυτοπροσφοράς, ενίοτε και της αυτοθυσίας, που οφείλει να χαρακτηρίζει τον εκάστοτε ηγέτη. Το ίδιον αυτό προσωποποιείτο ανάμεσα σε πολλούς Έλληνες ήρωες από αρχαιοτάτων χρόνων, αλλά εφόσον επελέγη από τον ίδιον τον Ιησού Χριστό και ταυτίστηκε μαζί του, κατέστη πλέον και θεϊκό παράδειγμα. Η μίμηση αυτής της αυτοπροσφοράς, μέχρι θανάτου, επαναλήφθηκε πολλές φορές μέσα στην πλούσια ιστορία μας και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των ηρώων του 21 που βάδισαν ακριβώς επάνω στην άριστη αυτή οδό.

Χαρακτηριστική είναι η φράση του Γέρου του Μωριά στον λόγο του προς τους νέους στην Πνύκα, όπου τονίζει «όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση». Παρόμοια παραδείγματα βλέπουμε στον Στρατηγό Μακρυγιάννη, τον Κυβερνήτη Καποδίστρια και τόσους άλλους που βροντοφώναξαν το Ελευθερία ή Θάνατος κατά τον αγώνα για την Εθνική μας Παλιγγενεσία!

Σήμερα, η κατάσταση με τους ηγέτες της πατρίδος είναι τελείως διαφορετική. Όχι μόνο δεν διακρίνονται για το πνεύμα αυτοθυσίας τους, αλλά μοιάζουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιος θα προσφέρει μεγαλύτερες υπηρεσίες προς τα ξένα κέντρα, ποιος θα υπερισχύσει σε μειοδοσία, με αντάλλαγμα την εξυπηρέτηση του ιδίου οφέλους. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι δεν βρίσκεται ένας πολιτικός που να δηλώνει έτοιμος να παραδώσει την εξουσία μέσα σε μια τετραετία και να δεσμευθεί να μην διεκδικήσει την επανεκλογή του, διότι θα έχει εκτελέσει στο έπακρον το πρόγραμμα για το οποίο εξελέγη, αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος ή τις ξένες παρεμβάσεις.

Η Ελλάς υπομένει μνημόνια, προδοτικές Συμφωνίες των Πρεσπών, την πληθυσμιακή αλλοίωση που εφαρμόζεται δια της βίας, την εγκαθίδρυση ενός παράλληλου κράτους των ΜΚΟ και άλλα πολλά εξαιτίας της κοινής πρακτικής των κυβερνόντων να θέτουν το προσωπικό συμφέρον τους πάνω από το κοινό συμφέρον της πατρίδος και να μην βρίσκουν το σθένος να αντισταθούν, έστω και αν  αυτό επιτάσσει το συλλογικό συμφέρον και το ιστορικό χρέος, για να μην χάσουν τον θώκο και όσα προνόμια συνεπάγονται.

Η ιστορία και η μεταφυσική βιώνονται ξεχωριστά ανάλογα σε ποιόν λογοδοτείς

Ο Μακρυγιάννης δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας του ιστορικού αυτού χρέους, στην επιστολή του προς τους νέους: «Γι’ αυτό, παιδιά μου, τέτοιες μέρες, που γιορτάζετε το σηκωμό του γένους, να μνημονεύετε αυτούς τους ήρωες που θυσίασαν και τη ζωή τους και το βιος τους για πίστη και πατρίδα κι άφησαν τις φαμίλιες τους γυμνές να διακονεύουν. Και τούτη την πίστη να τη λογαριάζετε ως ένα τζιβαΐρι που το κρατά ο άνθρωπος και περπατεί και φόβος είναι να μην του πέσει. Και η πατρίδα δεν είναι ενός ούτε ολίγων αλλά την έχουμε όλοι μαζί, ότι όλοι μαζί την ελευτερώσαμε.

Ώστε αν αμελήσετε την πίστιν όπου σας παραδώσαμεν Ορθόδοξην Ανατολικήν και σας την κλέψουν, αν πέσετε στες παραλυσίες και αφήσετε τα κάστρα αφύλακτα και σας τα πάρουν, ούτε να ζήσετε μπορείτε ούτε να πεθάνετε παρηγοριέστε, ότι θα βρείτε εκεί που θα πάτε τους γενναίγους πατέρες σας, το Διάκο, τον Υψηλάντη, τον Κολοκοτρώνη, το Δυσσέα, και θα σας ζητήσουν τα αίματα πίσω που χύθησαν για την ελευθερία της πατρίδος. Και καθώς τα αίματα δεν γυρίζουν πλέον, θε να είστε καταδικασμένοι».

Τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία σήμερα μπορεί να είναι επίκαιρα, αλλά δεν είναι καινούργια. Ο Ελληνισμός τα αντιμετώπισε κατά το αργόσυρτο ιστορικό διάβα του και απεφάνθη τελεσίδικα για την θέση που θα κρατήσει. Αυτοί που υποκινούν και ανακινούν προβλήματα εκφράζουν αντιλήψεις και ήθη που είναι ξένα προς τον Ελληνισμό. Όσοι ζούμε στην μικρή, αλλά ευλογημένη φλούδα γης που έλαχε στην Ελλάδα, αλλά και όσοι έλκουμε την καταγωγή μας από εκεί, καλό είναι να θυμόμαστε σε ποιους θα πρέπει να λογοδοτήσουμε, όπως μας θυμίζει ο μέγας Μακρυγιάννης.