Μέσα στο εορταστικό κλίμα των ημερών για την 200ετηρίδα της εθνικής Παλιγγενεσίας, κάπου θα ακούσαμε (ίσως και οι πιο ευσυγκίνητοι να συμμετείχαμε) να ψάλλεται ο εθνικός ύμνος. Μέσα στο μεστό μηνυμάτων ύμνο εις την Ελευθερίαν, που υπέδειξε η μούσα στον Διονύσιο Σολωμό, ηχεί και ο στίχος «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη, των Ελλήνων τα ιερά». Οι λέξεις αυτές περικλείουν, εν πολλοίς, την αντίληψη και κοσμοθεωρία του λαού μας, που επικρατεί για χιλιάδες χρόνια. Διότι, η συλλογική του πορεία και η εν γένει πολιτεία του συνδιαμορφώθηκε και καθορίστηκε από το χρέος που ένοιωθε προς τα ιερά αυτά κόκκαλα.

Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα και ξεκινούν από αρχαιοτάτων χρόνων. Μέχρι πρότινος (αγνοώ αν εξακολουθεί να ισχύει από την εποχή που ανταλλάξαμε το εθνικό μας νόμισμα – και την όποια σχετική ελευθερία στην νομισματική πολιτική που απολαμβάναμε – για το ευρώ και γίναμε «πλήρως Ευρωπαίοι»), στα σχολεία διδάσκονταν κάποια αποφθέγματα που συνηγορούσαν υπέρ της βαθιάς ευθύνης που φέρουμε απέναντι στους προγόνους μας. Ήταν κάτι σαν το εθνικό φιλότιμο που υπαγόρευε την επίδειξη του διεθνώς ομολογουμένου ηρωισμού που χαρακτήριζε το γένος των Ελλήνων ανά τους αιώνες.

Η ελληνική αντίληψη περί αριστοκρατίας

«Ὦ ξεῖν᾿, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι» υπήρξε το επίγραμμα που έγραψε ο Σιμωνίδης ο Κείος, αφιερωμένο στους πεσόντες Σπαρτιάτες αγωνιστές κατά την μάχη των Θερμοπυλών. Περίπου μια χιλιετία αργότερα, ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος θα απευθύνει παρόμοιο μήνυμα στον Πορθητή, εξηγώντας του ότι ο Έλληνας λογαριάζει το χρέος προς του προγόνους και απογόνους υπεράνω της ίδιας της ζωής του: «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Με το ίδιο σκεπτικό οριζόταν ο αριστοκράτης στα αρχαία χρόνια. Σύμφωνα με τον αείμνηστο δημοσιογράφο και σκηνοθέτη Δημήτριο Δημ. Μηλιάδη, η ελληνική έννοια του όρου αριστοκράτης έχει τρεις προϋποθέσεις, την καλλιέργεια ιδιόκτητης γης, την κατοχή προγονικών τάφων και τον σεβασμό προς τις παραδόσεις. Την αντίληψη αυτή κράτησαν πολλοί Έλληνες αγρότες μέσα στους αιώνες, οι οποίοι, μπορεί μεν να θεωρούντο φτωχοί και να μην ανήκαν στην άρχουσα τάξη, όπως διαμορφώθηκε αργότερα κατά τα δυτικά πρότυπα, όμως, στην ουσία, παρέμειναν οι γνήσιοι αριστοκράτες και οι συνεχιστές της μακραίωνης παράδοσης του Ελληνισμού.

Συνήθως αυτοί υπήρξαν οι πιο σθεναροί πολεμιστές υπέρ της πατρίδος, διότι διέθεταν οργανική σχέση μαζί της. Η καλλιέργεια της γης είχε γι’ αυτούς μεταφυσικές διαστάσεις, αφού το χώμα που έσπερναν υπήρξε ο χώρος όπου αγωνίστηκαν γενιές ολόκληρες συγγενικών τους προσώπων και εν τέλει ο τόπος αναπαύσεώς τους. Συνεπώς, τα αγαθά που τους χάριζε διέθεταν και ένα μέρος των προσώπων αυτών και η ενασχόληση με την πατρώα γη αποτελούσε ένα είδος κοινωνίας με τα πρόσωπά αυτά. Υπό μίαν έννοια, ο μικροκαλλιεργητής που αρνείται έως σήμερα να πουλήσει τα προγονικά κτήματα και να εγκαταλείψει τον τόπο του δίνει μια δική του μάχη «υπέρ βωμών και εστιών».

Όπως παρατηρεί ο Μηλιάδης: «Ἡ μέσα στήν πατρική γῆ ἀνάπαυση ἐξασφαλίζει τήν φυσική εἴσοδο στόν ἄλλο Κόσμο καί πιστοποιεῖ τήν ὁμαλή ὁλοκλήρωση τῆς διέλευσης ἀπό τήν Ζωή. Ἀποτελεῖ την ἔμπρακτη ἀπόδειξη ὅτι διετηρήθη ἀδιάσπαστη ἡ Συνέχεια μεταξύ τοῦ Περασμένου καί τοῦ Ἐπερχόμενου. Συνεπῶς, ἡ πρόσκαιρη ζωή δέν ὑπῆρξε ἄσκοπη κι’ ἀναίτια! Γιά τούς προπάτορές μας τό χῶμα τῆς πατρικῆς γῆς ἀποτελεῖται ἀπό τό σύνολο τῶν μέσα σ’ αὐτή ἐνταφιασμένων προγόνων. Σ’ αὐτούς ἀπευθύνεται κι’ ὁ χαιρετισμός τοῦ παλινοστοῦντος, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἐπιστροφή του, πέφτει στά γόνατα καί φιλάει τό χῶμα τῆς πατρίδας. Σ’ αὐτούς κι ἡ ὀφειλόμενη σπονδή πρίν τήν πόση τοῦ οἴνου».

Η ξενόφερτη τυραννίς των εθνομηδενιστών

Ίσως γι’ αυτό ενοχλούν τόσο τα αλλότρια ήθη και έθιμα που προσπαθούν να επιβάλλουν οι σημερινοί άρχοντες της πολιτικής και πολιτειακής εξουσίας του τόπου. Η βαριεστημάδα που δείχνει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε επίσημες τελετές και παρελάσεις, η καταφρόνηση της Προέδρου της Δημοκρατίας προς τις ένοπλες δυνάμεις μέσω της τοποθέτησης του συντρόφου της στην τιμητική καθέδρα πλάι της, υποχρεώνοντας το στράτευμα να του αποδώσει τιμές και χαιρετισμούς ή η μη αναφορά της στον ρόλο της πίστης των αγωνιστών στον ξεσηκωμό του 1821. Άμοιρος ευθυνών δεν είναι, φυσικά, ούτε και ο πρωθυπουργός, διότι αυτός φέρει ολόκληρη την ευθύνη για την επιλογή της εικονοκλαστικής προεδρίνας, ενώ οι τοποθετήσεις του επιτελείου του ενισχύουν την γενικότερη τάση της εκδηλωθείσας ασέβειας προς τα ιερά κόκκαλα των Ελλήνων, απ’ όπου πηγάζει η ίδια η ελευθερία τους.

Εκτός εάν η απαγόρευση λιτανειών (περιφορά των ιερών λειψάνων αγιασμένων προσώπων) και της δημόσιας λατρείας μπορεί να πιστωθεί ως αποτελεσματικό μέτρο στην μάχη κατά του κορωνοϊού. Αλλά αυτό το παραμύθι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να το καταπιεί κανείς, παρά την προπαγάνδα που εξαπολύεται από τους επιστρατευθέντες (αργυρώνητους;) δημοσιογράφους, διότι η κατάσταση μιλάει από μόνη της. Σε άλλες εποχές, με πολύ λιγότερα επιστημονικά όπλα στην διάθεσή μας, οι παρακλήσεις και λιτανείες θα βρισκόταν στην «αιχμή του δόρατος», τόσο για την επίκληση της άνωθεν βοήθειας, όσο και για την εμψύχωση του λαού. Σε τελική ανάλυση, το αποτέλεσμα δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από το σημερινό, όπου η υποχόνδρια ελληνική κυβέρνηση στερεί μεν την ελευθερία από τους πολίτες και προκαλεί ανυπολόγιστη οικονομική ζημιά στον τόπο, χωρίς όμως να καταφέρνει να προστατεύει τον πληθυσμό από τις επιπτώσεις του ιού.

Για όσους εκφράζουν ενστάσεις προς την αποτελεσματικότητα των πατροπαράδοτων λιτανειών (οι οποίες έχουν συνδεθεί ιστορικά και εμπειρικά με την επιτυχή αντιμετώπιση πολιορκιών, λοιμών, λιμών και ξηρασιών), ας αναλογιστούν ότι το πείραμα με την γενική μασκοφορία και τον εγκλεισμό του πληθυσμού αποτελεί μέτρο η αποτελεσματικότητα του οποίου δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά εισέτι, αμφισβητείται από εμπειρικά δεδομένα ως μη αποτελεσματικό και υπήρξε κάτι που αντεδεικνύετο για πολλές δεκαετίες. Αν μη τι άλλο, αποτελεί περισσότερο πρακτική που επιβάλλει η δεισιδαιμονία παρά η εμπειρικά επιβεβαιωμένη γνώση.

Η παρ’ημίν ψευδοαριστοκρατία

Γι’ αυτό, στις δοκιμασίες που διανύουμε αλλά και στις ιστορικές στιγμές που βιώνουμε και μας προσφέρουν την ευκαιρία να αναλογιστούμε το παρόν και να ατενίσουμε προς το μέλλον, ας ακούσουμε τα σοφά λόγια από τα οποία διέπετο ο Ελληνισμός καθ’ όλη την ιστορική παρουσία του. Ας ενδιατρίψουμε στα λόγια του Ηράκλειτου: «Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι, ζώντες τον εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες», για να θυμόμαστε πάντα σε ποιους θα λογοδοτήσουμε για την εν γένει πολιτεία μας. Παράλληλα, να θυμηθούμε όσο μας προστάζει ο ποιητής Σεφέρης, που λέει: «είμαστε απόγονοι της μάνας που μας μίλησε ελληνικά, μας νανούρισε με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Λεωνίδα και το Παπαφλέσσα κ’ ένιωθε την ψυχή της να βουρκώνει την μεγάλη Παρασκευή μπροστά στο ξόδι του Θεανθρώπου».

Σε κάθε ευκαιρία, ο μεγάλος λογοτέχνης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ζητούσε από τους πολιτικούς και τους λόγιους να μην περιφρονούν την θρησκεία, ζητούσε απ’ την λεγόμενη ανώτερη τάξη να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας και να μην περιφρονεί ό,τι εγχώριο και ελληνικό. «Ἡ παρ’ἡμῖν ψευδοαριστοκρατία τὴν μὲν ἁπλότητα, δυστυχῶς, ἀπώλεσε πρὸ πολλοῦ, εἰς βαθμὸν δὲ τινα λεπτότητος οὐδέποτε κατώρθωσε νὰ φθάσῃ», ἔλεγε. «Νὰ μὴν χάσκωμεν πρὸς τὰ ξένα. Νὰ στέργωμεν καὶ νὰ τιμῶμεν τὰ πάτρια. Εἶναι τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νὰ ἔχωμεν κειμήλια, καὶ νὰ μὴν φροντίζωμεν νὰ τὰ διατηρήσωμεν», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Στο ταξίδι μας μέσα στην ιστορία, μας συνοδεύουν ως κειμήλια τα ιερά κόκκαλα των προγόνων μας. Ας φανούμε πραγματικοί ευπατρίδες με την ελληνική έννοια κατά ας τιμήσουμε τα κόκκαλα αυτά, που μας χάρισαν την ελευθερία, έργω και λόγω.