Με την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την αμερικανική κυβέρνηση διαμέσου επίσημου μηνύματος του προέδρου των ΗΠΑ, η Τουρκία δέχεται ένα ηχηρότατο ράπισμα, που ίσως είναι προάγγελος του πολιτικού τέλους του «σουλτάνου» κ. Ταγίπ Ερντογάν. Μάλιστα, το χτύπημα που καταφέρθηκε είναι διπλό, με τον Αμερικανό πρόεδρο να αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη με την αυθεντική ελληνική ονομασία της (Constantinople), αντί για Ιστανμπούλ (που πάλι ελληνική είναι, από παραφθορά της φράσης «εις την Πόλιν»).

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για εντυπωσιακή στροφή του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου, που ξεκίνησε σε κορυφαίο ομοσπονδιακό επίπεδο το 2019, με την υπερψήφιση ψηφίσματος από την συντριπτική πλειοψηφία του αμερικανικού Κογκρέσο αναγνωρίζοντας την Γενοκτονία. Είναι γεγονός ότι παρά τις επιμέρους επιτυχίες του αρμενικού λόμπι (αναγνώριση από τρίτες χώρες, αμερικανικές πολιτείες, διεθνείς οργανισμούς και προβολή μέσα από ταινίες του Χόλιγουντ, δημοσιεύσεις του τύπου και ακαδημαϊκού χώρου), η αναγνώριση από τις ΗΠΑ σκόνταφτε πάντα στο τείχος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, που δίσταζε να πει τα πράγματα με το όνομά τους για να μην επηρεάσει τις διμερείς σχέσεις με την Άγκυρα.

Αλλαγή πλεύσης των ΗΠΑ απέναντι στην Τουρκία;

Υπό αυτήν την άποψη, η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι άκρως ενδιαφέρουσα και πρέπει να αξιολογηθεί κατάλληλα, διότι ενδέχεται να πυροδοτήσει εξελίξεις στις περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, εν πολλοίς, σχεδιάζεται μακροπρόθεσμα και διαμορφώνεται από τους γραφειοκράτες του ΥΠΕΞ και του Πενταγώνου, που εγγυώνται την συνέχεια του κράτους και διαχειρίζονται τις υποθέσεις επί καθημερινής βάσεως.

Ήδη το κλίμα άρχιζε να αλλάζει στις ΗΠΑ μετά το δήθεν(;) πραξικόπημα εναντίον του κ. Ερντογάν το 2016, αλλά ο μηχανισμός που διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική της Αμερικής μοιάζει με μεγάλο δεξαμενόπλοιο που θέλει χρόνο για να στρίψει.

Όπως φαίνεται, η απόφαση για την στροφή του δεξαμενόπλοιου αυτού ελήφθη εδώ και καιρό και πλέον εκτός από τις τάξεις της διπλωματικής γραφειοκρατίας, εκφράζεται και σε κορυφαίο επίπεδο. Το ερώτημα που γεννιέται πλέον είναι τι υπαγόρευσε την απόφαση αυτή; Πρόκειται για συνειδητή επαναξιολόγηση των γεωστρατηγικών προτεραιοτήτων των ΗΠΑ ή αντίδραση στην ανεξαρτητοποίηση του κ. Ερντογάν, ο οποίος δείχνει αποφασισμένος να μην επιστρέψει στο δυτικό μαντρί;

Στόχος ο εκθρονισμός του σουλτάνου

Η διαχρονική στάση της Αμερικής, τουλάχιστον στην μεταπολεμική εποχή, δεν συνηγορεί υπέρ της πρώτης εκδοχής, οπότε προκρίνεται η δεύτερη. Άρα, φαίνεται ότι η Αμερικής έχει αποφασίσει να κινηθεί πολωτικά εναντίον της κυβέρνησης Ερντογάν για να εκδιώξει τον σουλτάνο.

Μετά την αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα για την συμπαραγωγή των αεροσκαφών F-35 και την κρίση με την ανεξέλεγκτη ανατίμηση της τουρκικής λίρας, ακολούθησε το σημερινό χαστούκι, το οποίο, έστω και συμβολικά, κοντύνει αρκετά τα πόδια της τάχα και περιφερειακής δύναμης που λέγεται Τουρκία και ταπεινώνει τον επηρμένο οφρύν του Τούρκου ηγέτη.

Η διαφαινόμενη αναβίωση του ψυχροπολεμικού κλίματος με την Ρωσία και η ραγδαίως αυξανόμενη γεωστρατηγική επιρροή και δύναμη της Κίνας δεν αφήνουν περιθώρια για μια Τουρκία που αξιώνει να κινείται με αυτονομία στο κρίσιμο σταυροδρόμι της Μεσογείου, της Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής. Η Αμερική μπορεί να δεχόταν τα τουρκικά παζάρια όσο υπήρχε η βεβαιότητα ότι η τελική κατάληξη ήταν εξασφαλισμένη, αλλά πλέον μοιάζει να έχει χαθεί αυτή η σιγουριά.

Έχει αποδειχθεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η πολιτική του κατευνασμού απλώς ανοίγει όλο και περισσότερο τις ορέξεις του κ. Ερντογάν και του κράματος ισλαμιστών και ακραίων εθνικιστών που τον στηρίζουν. Εκτός αυτού, θα είναι δύσκολο να ανοίξει η Δύση μέτωπο με την Ρωσία, ειδικά στην περιοχή της Ουκρανίας, με την Άγκυρα να συμμαχεί με την Μόσχα.

Ευκαιρίες και προκλήσεις για την Ελλάδα

Τα γεγονότα αυτά πρέπει να απασχολήσουν το ελληνικό διπλωματικό επιτελείο και των ομάδων πίεσης που δρουν στην Διασπορά, διότι οι εξελίξεις φέρνουν νέες ευκαιρίες για την Ελλάδα, αλλά και προκλήσεις. Πρώτον, θα πρέπει να μην χαθεί η ευκαιρία αυτή που παρουσιάζεται υπέρ της αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας, για να μάθει η διεθνής κοινότητα για τα στυγερά εγκλήματα της Τουρκίας εις βάρος όχι μόνον των Αρμενίων, αλλά και των Ελλήνων και Ασσυρίων. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, ο Ελληνισμός στην Ανατολική Θράκη, τον Πόντο, την Μικρά Ασία στοχοποιήθηκε συστηματικά και μεθοδικά. Οι φρικιαστικές σφαγές που εκτελέστηκαν, ξεκληρίζοντας τον Ελληνισμό από αρχέγονες εστίες του και τα απάνθρωπα εγκλήματα που διεπράχθησαν συνιστούν γενοκτονία.

Η αναγνώριση των απανωτών γενοκτονιών που διέπραξε η Τουρκία ίσως βοηθήσουν τον Ελληνισμό να υπερασπιστεί καλύτερα τα σημερινά εθνικά της θέματα (Κύπρος, ελληνική μειονότητα στην Τουρκία και Αλβανία, θρησκευτική ελευθερία του Οικουμενικού Πατριαρχείου), όπου εμπλέκεται η Τουρκία ως δύναμη καταπίεσης και κατοχής. Δεν πρέπει η Ελλας να αφήσει το διπλωματικό κεφάλαιο που κέρδισε η Αρμενία να πάει χαμένο, τόσο για λόγους ιστορικούς, όσο και πολιτικούς.

Ένα εμπόδιο προς την επίτευξη αυτού του προφανέστατου στόχου είναι η εμμονή και η ιδεολογική αγκύλωση κάποιων εθνομηδενιστικών κύκλων, που δυστυχώς εμφιλοχωρούν σε όλο το φάσμα του ελλαδικού κομματικού κατεστημένου. Η προ ετών άρνηση κάποιων να κρατήσουν ενός λεπτού σιγή στην Βουλή εις μνήμην των θυμάτων της Ποντιακής Γενοκτονίας ή να ομολογήσουν την Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολίας, περιγράφοντας την Μικρασιατική Καταστροφή ως «συνωστισμό» στο λιμάνι της Σμύρνης προκαλεί την κοινή γνώμη του Πανελληνίου και αποτελεί ασέβεια προς τα θύματα της (γερμανικής εμπνεύσεως) τουρκικής βαρβαρότητας.

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων θα λύσει σημερινά εθνικά θέματα

Πώς είναι δυνατόν να πετύχει το απαραίτητο διπλωματικό εγχείρημα της καταδείξεως της διαχρονικής τουρκικής επιθετικότητας, που επηρεάζει την Ελλάδα και τις χώρες της περιοχής ακόμη και σήμερα, εάν υπάρχουν ακόμη και εκλεγμένοι αντιπρόσωποι (ελέω κομματικής καμαρίλας) που δρουν οι ίδιοι ως αρνητές της Γενοκτονίας; Προφανώς, όλα θυσιάζονται στον βωμό της ιδεολογίας, εκτός αν οι Τούρκοι φρόντισαν να δημιουργήσουν δικό τους μηχανισμό μέσα στο ίδιο το ελληνικό κράτος, ως κράτος εν κράτει.

Δεύτερον, σε περίπτωση που η Δύση πετύχει τον στόχο της και απομακρύνει τον κ. Ερντογάν, αξίζει να αναρωτηθούμε πώς θα χρυσώσει το χάπι για την επόμενη τουρκική κυβέρνηση και τι πεσκέσι θα τους προσφέρει για να ενταχθούν πάλι στην δυτική σφαίρα επιρροής. Ειδικά αν διευθετηθεί και το ζήτημα της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, όπως αναμένεται, τότε υπάρχει κίνδυνος να αναζητηθεί κάποιο γεωπολιτικό αντίβαρο. Η Ελλάς πρέπει να φροντίσει πάση θυσία να μην είναι το αντίβαρο αυτό το Αιγαίο ή η Θράκη ή η Κύπρος.

Αυτό θα απαιτήσει ένα οργανωμένο σχέδιο άμυνας, αλλά και μια πολυδιάσταση εξωτερική πολιτική. Ειδικά όσο επιδεινώνονται οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Μόσχας η Ελλάς θα πρέπει να παραμείνει ουδέτερη, στον βαθμό που της επιτρέπεται, ώστε να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ των δύο δυνάμεων και να αξιοποιεί το όποιο διπλωματικό κεφάλαιο της προσφέρει η εμπιστοσύνη που μπορεί να της επιδεικνύουν δύο αντιμαχόμενες υπερδυνάμεις.

Πάντως, η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων οφείλει να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Σε καμία περίπτωση, δεν θα πρέπει να αφήσει την ευκαιρία αυτή να πάει χαμένη, διότι η ιστορία, που δεν συγχωρεί παραλείψεις, μπορεί να γίνει αμείλικτη.