people exploring ruins

Γράφει το 1896 σε άρθρο του «Αἱ Ἀθῆναι ὡς Ἀνατολικὴ Πόλις» ο μεγάλος Σκιαθίτης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όσον αφορά τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και την περί αυτής συνοικία: «Ὀλίγον παραπάνω εἶναι τ᾿ Ἀναφιώτικα. Ἐκεῖ ἀνάφτουν καθ᾿ ἑσπέραν ἐναέριοι λύχνοι. Ἐκεῖ εἶναι ἀναρίθμητα παλαιὰ παρεκκλήσια, χωμένα κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὴν γῆν. Ὑπάρχουν σπήλαια τεχνητὰ καὶ φυσικὰ φρέατα. Σταυροὶ λαξευμένοι ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους. Κανδῆλαι ἀναμμέναι εἰς μικροὺς σηκούς, εἰς παλαιοὺς βωμοὺς περιφράκτους, θυμίαμα, κηρίον, λατρεία. Ἀντηχεῖ ὑψηλὰ ἐκεῖθεν ἀκόμη τό, Ἀγνώστῳ Θεῷ.

Ἐκεῖ ἐπιφαίνονται ἐνίοτε δύο λαμπραὶ ὀπτασίαι.Ἡ μία φορεῖ πενιχρὸν χιτῶνα, καὶ ἀναβεβλημένον ἐπὶ τῶν ὤμων τὸ ἱμάτιον. Κρατεῖ βακτηρίαν. Γαλιλαῖος, ἐπίρρινος, ἀναφαλαντίας, καὶ ἁρπαγεὶς ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Ἡ ἄλλη φορεῖ φαιλόνιον ὑφασμένον μὲ ἐρυθροὺς σταυρούς, ἐπιτραχήλιον κεντητὸν μὲ ἀγγελούδια, καὶ ὠμοφόριον ἀπὸ μαλλίον προβάτου. Εὐθύρριν, βαθυπώγων, σεβάσμιος, ἐξήρθη ποτὲ μέχρι τῆς ἄνω ἱεραρχίας καὶ περιέγραψε τὰς τάξεις τῶν Ἀγγέλων.

Ἀμφότεραι αἱ ὀπτασίαι εἶναι ὑψηλαί, ἐπιβάλλουσαι, μεγαλοπρεπεῖς. Ἡ πρώτη ὀνομάζεται Παῦλος, ἡ δευτέρα Διονύσιος.

Ἐκεῖθεν καὶ ἐφεξῆς, ὑψηλά, ἐπάνω, ἐπιφαίνεται μία αἴγλη. Σέλας συλληφθέν, ἀκτὶς ἡλίου στερεοποιημένη. «Μάρμαρον θεῖον, ὁποὺ πρέπει νὰ τὸ φιλήσῃ τις», καθὼς εἶπεν ὁ Ἀμπού, ὁ σατυριστὴς τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος. Ἂς ὀπισθοχωρήσωμεν, ἢ μᾶλλον ἂς σταματήσωμεν ἐδῶ. Σαρκικοί, ὑλόφρονες καὶ νωθροὶ ἄνθρωποι, δὲν δύνανται ν᾿ ἀνέλθωσιν εἰς τὸν ἱερὸν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως.»

Όταν η χρησιμοθηρία καταστρέφει τον πολιτισμό

Τα λόγια αυτά του μεγάλου λογοτέχνη στέκονται ιδιαιτέρως επίκαιρα μετά από σειρά ατυχών παρεμβάσεων της κυβέρνησης στον ιερό βράχο όπου δεσπόζει ο Παρθενώνας. Μετά το τσιμέντωμα του χώρου για λόγους καθαρά χρησιμοθηρικούς, το οποίο οδήγησε στο πρωτοφανές φαινόμενο να πλημμυρήσει, έπρεπε αναγκαστικά να ακολουθήσουν οι απαραίτητες αντιπλημμυρικές εργασίες που θα επιδιόρθωναν την ζημιά του αρχικού έργου τσιμεντόστρωσης. Το αποτέλεσμα ήταν το κομπρεσέρ που χρησιμοποιήθηκε για τα έργα να προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε ένα άγαλμα. Παρόμοιες ζημιές σε τρεις πωρόλιθους σε αρχαίο τοιχίο κατά την θεμελίωση του ανελκυστήρα πλαγιάς (που ήδη παρουσιάζει προβλήματα λειτουργίας μετά από λίγους μόνος μήνες χρήσης) έχει, επίσης, καταγγελθεί. Μαζί με αυτές τις παρεμβάσεις, υπάρχει και ο νέος φωτισμός του χώρου, που εγείρει φόβους για μακροπρόθεσμη πρόκληση ζημιάς στα μάρμαρα.

Σχολιάζοντας την κυβερνητική απόφαση, σε άρθρο του τον Νοέμβριο του 2020, ο καθηγητής και φιλόσοφος κ. Χρήστος Γιανναράς παρατηρεί τα εξής: «Γελοιοποιείται φωτίζοντας τον Παρθενώνα όπως φωταγωγείται το Κολοσσαίον, αλλοιώνει τη μορφολογία του βράχου της Ακρόπολης, για να εξυπηρετείται η διακίνηση των τουριστών, μοιράζει τυπωμένη δεοντολογία συμπεριφοράς, κάθε Κυριακή στις εκκλησιές, με ωφελιμολογία τυπικά προτεσταντικού ηθικισμού («Φωνή Κυρίου») – ίλιγγος μικρονοϊκής επαρχιωτίλας».

Στο παρελθόν, ο ίδιος ο κ. Γιανναράς είχε ασκήσει δριμεία κριτική στον σχεδιασμό και την αρχιτεκτονική του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, επισημαίνοντας, ότι παρόλη την φανταχτερή εμφάνισή του και την εντύπωση που προκαλεί στον επισκέπτη, δεν καταφέρνει να εκφράζει τις υψηλές εκείνες έννοιες και τα βαθυστόχαστα νοήματα που φανερώνει το αρχιτεκτονικό κόσμημα του Παρθενώνα. Ίσα-ίσα, κείται στους αντίποδες των νοημάτων αυτών, αφού δεν μπορεί να ενσωματωθεί φυσιολογικά στον περιβάλλοντα χώρο, ούτε να βοηθήσει τον μέσο επισκέπτη να υποψιαστεί για την μεταφυσική κοσμοθεωρία στην οποία παραπέμπει η Ακρόπολη των Αθηνών.

Παρά τις σοβαρές ζημιές που προκάλεσαν πόλεμοι, βαρβαρικές επιδρομές, το πέρασμα πορθητών, αλλά και «φιλελλήνων» από τον αρχαίο εκείνο βράχο, ο Παρθενώνας αναμετρήθηκε με τον πανδαμάτορα χρόνο και βγήκε νικητής. Λεηλατημένος, λειψός, φέροντας τα σημάδια από την καταστροφή που προκαλεί τόσο η δύναμη της φύσης όσο και η καταστροφικότητα του ανθρώπινου παράγοντα, στέκεται ακόμα στην θέση της, μαρτυρώντας για τα μεγαλεία ενός πολιτισμού που γεννήθηκε και μεγαλούργησε πέριξ αυτής και χάρισε την σοφία του σε έναν ολόκληρο πλανήτη.

Τι συμβολίζει ο Παρθενώνας;

Συμβολίζει την κοσμοθεωρία ενός λαού που διατυπώθηκε κάποτε δια του συνθήματος «φιλοκαλοῦμεν τε γάρ μετ’ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας» και που κάποτε, αιώνες αργότερα, ο πολιτάρχης του κλεινού Άστεως, Στρατηγός Μακρυγιάννης, συμβούλεψε τους στρατιώτες του να μην καταδεχτούν να πουλήσουν τις αρχαιότητες που βρήκαν στους Ευρωπαίους, λέγοντάς «Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μη καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε». Η Ακρόπολη των Αθηνών έχει εμπνεύσει και θα εξακολουθεί να εμπνέει αναρίθμητους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, είτε θα την κοιτάζουν να στίλβει από τις μαρμαρυγές του αττικού ήλιου, είτε να μαγεύει υπό το φως της πανσελήνου.

Είναι πραγματικό «κόσμημα», που φανερώνει με την υπόστασή του την αρμονία του κόσμου. Φανερώνει και την αρμονία που πρέπει να επιδιώκει μια κοινωνία που κάποτε συνερχόταν για να συγκροτήσει την «εκκλησία του δήμου» και στην συνέχεια, έως σήμερα, συγκροτεί την «εκκλησία των πιστών». Ίσως, τελικά, δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη κυβέρνηση έχει προβάλει και βλάψει τόσο την εκκλησία του δήμου, με τις αυθαιρεσίες της στον χώρο της Ακρόπολης, όσο και την εκκλησία των πιστών, με τα μέτρα που υιοθέτησε.

Πολλές φορές, έχει αναρωτηθεί ο φιλόσοφος Γιανναράς εάν ερωτούντο τα μέλη της Βουλής, που έχουν στα χέρια τους τις τύχες του Έθνους και ψηφίζουν Μνημόνια και Πρεσποσυμφωνίες και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς, να περιγράψουν ποια ακριβώς είναι η σημασία και η σπουδαιότητα της Ακρόπολης και γιατί υπερέχει έναντι άλλων σημείων αναφοράς διεθνών μεγαλουπόλεων, όπως ο Πύργος του Άιφελ ή ο Μεγάλος Μπεν ή το Άγαλμα της Ελευθερίας, τι ακριβώς θα ήταν σε θέση να απαντήσουν; Ενώπιον της προκλητικής αυτής ερώτησης, δεν υπάρχει λόγος για αισιοδοξία.

Η αρμονική της Αττικής καμπύλη

Ας διαβάσουμε τουλάχιστον την περιγραφή του Περικλή Γιαννόπουλου, που γράφει το 1903, τις εξής παρατηρήσεις που μας βοηθούν να εκτιμήσουμε αυτό που προφανώς δεν μπορούν να αντιληφθούν οι μαστροχαλαστές της κυβέρνησης: «Τώρα, στρέψατε τὰ νῶτα πρὸς τὸν δύοντα ἥλιον καὶ παρατηρήσατε τὴν κατάφωτον Ἀκρόπολιν. Παρατηρήσατε τὸν ἀναβαίνοντα λόφον μὲ τὰ πεῦκα του, τὰς ἐλαίας, τοὺς ἀθανάτους, τὰς παραμικροτέρας γραμμάς. Παρατηρήσατε τὴν φεύγουσαν καμπυλωτὴν πλευρὰ τῶν ροδοπετάλων βράχων ἀπὸ τὴν θύραν της πρὸς τὸ θέατρον τοῦ Ἡρώδου καὶ πέραν· τὰ πάντα φέγγουν σὰν γράμματα Βαλτάσαρ. Παρατηρήσατε τὰ Προπύλαια, τὸν φαινόμενον Παρθενῶνα -ἕνα καλλιτεχνικὸν ἔργον, ἄνθος φυσικὸν θαυμάσιον, ἐναρμονιζόμενον καὶ ἐκφράζον αὐτὴν -τὰ πάντα φέγγουν, λάμπουν. Καὶ δὲν φαίνονται ὅσον ἐφαίνοντο, διότι ὁ καιρὸς ἐρροκάνισεν, ἡ βροχὴ ἐξέπλυνε τὰ χρώματα, τὸ πλήγωμα ἐχόνδρυνεν, ἐνίσχυσε τὰς γραμμάς. Φαντασθῆτε ὅτι εἶσθε εἰς τὰ Προπύλαια· φαντασθῆτε ὅτι ἔχετε ἐνώπιόν σας, οἱονδήποτε τωρινὸν οἰκοδόμημα. Ὅλαι αἱ ἀρχιτεκτονικαὶ καὶ γλυπτικαὶ λεπτομέρειαι, αἱ περίοδοι, αἱ φράσεις, αἱ λέξεις, αἱ τελεῖαι, τὰ κόμματα, οἱ τόνοι, τὰ πνεύματα, τὰ πάντα διαβάζονται ἀνέτως, ὅπως τὰ γράμματα κρατούμενης ἐφημερίδος εἰς τὰ χέρια σας. Εἶναι ἡ ἐντελὴς Ἑλληνικὴ τῶν πάντων εἰς τὰ πάντα: Σαφήνεια.»

«Εἶναι μία μόνη γραμμὴ καμπύλη. Παντοῦ μία ἁπλουστάτη, μαλακωτάτη καμπύλη, ὑγρὰ καὶ φευγαλέα σὰν τὰς μεγάλας καὶ ἡρέμους ἀναπνοὰς τῆς θαλάσσης, σὰν τὰ μεγάλα ἥμερα κύματα, παράγουσα μίαν βαθυτάτην αἰσθητικὴν ἡδονήν. Ἡ εὐθεῖα γραμμή, μία ὀρθὴ γραμμὴ ἑνὸς μονοκοκκάλου ἄγγλου, μίας λογχοειδοῦς ἀγγλίδος, εἶναι γραμμὴ προξενοῦσα δύναμιν, γεννῶσα ἀντίστασιν, εἶναι γραμμὴ ἀποκρουστική. Μία καμπύλη γραμμὴ λόφου, μαλακὰ καμπυλωμένος λαιμὸς γυναικός, εἶναι γραμμὴ γεννῶσα συμπάθειαν, πόθον θωπείας, ἕλκουσα τὸ φίλημα, εἴτε γυναικὸς εἴτε λόφου γραμμὴ εἶναι ἡ ἕλκουσα προφανῶς τὸ χέρι διὰ τὴν ἁπαλὴν θωπείαν, ζητητικὴ θωπείας. Καὶ εἶναι παραδοξότατον ὅτι θαυμάζεται τόσον ἡ ἰδέα τῶν καμπυλῶν τοῦ Παρθενῶνος, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἀληθὴς καλλιτέχνης ἔχων νὰ ὑψώσῃ γραμμὰς εἰς ἕνα λόφον τῆς Ἀττικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ οὐδὲν ἄλλο ὑπ᾿ ὄψιν παρὰ ν᾿ ἁρμονίσῃ τὰς γραμμάς του πρὸς τὴν τριγύρω ἁρμονικὴν καμπύλην.

»Μία λοιπὸν γραμμὴ καμπύλη σαφεστάτη, ἁπλουστάτη, ἡδονικωτάτη, ἁρμονικωτάτη, μουσικωτάτη, μὲ μίαν αἰθεριωτάτην εὐγένειαν καὶ ἕνα μέθυ μελαγχολίας, παραλλάσσουσα εἰς κάθε βῆμα, ὅσον παραλλάσσει τὸ ἓν κῦμα ἀπὸ τὸ ἄλλο.»

Ο εφιάλτης του Σεφέρη γίνεται πραγματικότητα

Κάποτε ο μεγάλος ποιητής Γιώργος Σεφέρης περιέγραψε έναν εφιάλτη που είδε σχετικά με την Ακρόπολη. «… Πρέπει να είχε περάσει καιρός, σα να γύριζα από μακρύ ξενιτεμό, στους δρόμους κανείς δε με γνώριζε και δε γνώριζα κανέναν. Απομεσήμερο νωρίς αλλά ο ήλιος σκεπασμένος. Βρέθηκα στην Ακρόπολη. Εμπρός στη δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα, ένα ταραγμένο πλήθος. Όλοι κοίταζαν τις κεντρικές κολόνες και χοχλακούσαν. Ρώτησα κάποιον που χειρονομούσε πλάι μου.
-Ρε, τι ζωντόβολο είσαι συ; Από πού μας κουβαλήθηκες; Δεν ξέρεις τίποτε;
Τον κοίταζα χαμένος.

Να ο πλειστηριασμός! Άνοιξε τα στραβά σου! Αν κερδίσει εκείνη η αμερικάνικη οδοντόπαστα, σώθηκε ο προϋπολογισμός μας για δεκαετίες.

Κοίταξα με προσοχή στην κατεύθυνση που μου ‘δειχνε. Ανάμεσα στις δυο κεντρικές κολόνες, ξεχώρισα ένα τραπεζάκι σκεπασμένο με πράσινη τσόχα και, καθισμένος πίσω του, ένας ξυρισμένος κύριος με γυαλιά. Φορούσε μαύρο κοστούμι και κρατούσε φιλντισένιο σφυρί. Ρώτησα αποβλακωμένος:

-Ποιος πλειστηριασμός;

-Πού ζεις, μωρέ; Εδώ χαλνάει κόσμος!… Τζένιο η κυβέρνησή μας. Θα τις παραχωρήσει αυτές τις πέτρες. Τι μας χρειάζονται εμάς;

Εκείνη τη στιγμή ο μαυροντυμένος κύριος χτύπησε το σφυρί. “Κατεκυρώθη!”, φώναξε κάποιος. “Κατεκυρώθη! Κατεκυρώθη!”, αντιλάλησε η βοή του πλήθους

-Κέρδισαν οι Αμερικάνοι! Είπε έξαλλος ο γείτονάς μου σαν άνθρωπος που παρακολουθεί ποδόσφαιρο.

Η ταραχή φούσκωνε μέσα μου.

-Και τι θα κάνουν; Κατόρθωσα να ρωτήσω.

-Είναι δαιμόνιοι, αποκρίθηκε. Θα πελεκήσουν τούτες τις κολόνες σε σχήμα σωληνάριου της οδοντόπαστας!

Ένοιωθα πως το πλήθος φύραινε γύρω μου και μ’ άφηνε ολότελα μόνο. Τότες είδα τον Παρθενώνα γυμνό ανατριχιαστικά, χωρίς αέτωμα, χωρίς γείσο, με τις κολόνες του πελεκημένες, γυαλιστερές, παρασταίνοντας υπέρογκα σωληνάρια. Ο βραχνάς με τίναξε απ’ το κρεβάτι καθώς ούρλιαζα. Ώρα πέντε το πρωί.

Δεν είμαι αρκετός να αναλύσω τούτο το όνειρο. Μόνο μια παρατήρηση πάνω στην ονειρική συμπεριφορά μου. Πολλές φορές μου έτυχε να ιδώ όνειρα που παρουσιάζονται με κρυστάλλινη σαφήνεια. Αν είναι εφιαλτικά, ο εφιάλτης δουλεύει στο βάθος και ξεσπά στο τέλος».

Σαρκικοί, υλόφρονες και νωθροί δεν καταλαβαίνουν πως γι’αυτά πολεμήσαμε

Πρωταγωνιστές στον εφιάλτη αυτό δεν υπήρξαν μόνο οι αξιωματούχοι της σημερινής κυβέρνησης ή τα στελέχη ενός μόνου κόμματος. Θυμηθείτε και τα πανό που κρέμασαν με περισσή αναίδεια οι αντικοινωνικοί αντιπρόσωποι  της τάχα και αριστεράς προ ετών.

Όλα αυτά τα αίσχη είναι βούτυρο στο ψωμί του Μουσείου του Λονδίνου και των διαδοχικών Βρετανικών κυβερνήσεων που αρνούνται πεισματικά να επιστρέψουν τα κλαπέντα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Αλλά ακόμη χειρότερο, φανερώνουν τις προτεραιότητες και αντιλήψεις εκείνων που διαφεντεύουν τις τύχες του ελληνικού λαού και διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. «Σαρκικοί, υλόφρονες και νωθροί» που «δουλεύουν στο βάθος και ξεσπάν στο τέλος» και που ποτέ δεν κατάλαβαν ποια ακριβώς είναι τα ιδανικά, οι αξίες και οι θησαυροί για τα οποία «πολεμήσαμε» πώς είναι να δυνατόν να καθορίζουν τις τύχες της πατρίδας;