Πριν από αρκετά χρόνια, το δικαστήριο στην Karlsruhe_Καρλσρούη έλαβε καταγγελία σχετικά με τη νομιμότητα, από την άποψη του ευρωπαϊκού και γερμανικού δικαίου, του προγράμματος PSPP για την αγορά δημόσιων ομολόγων από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, το οποίο ξεκίνησε το 2015 Αυτό το πρόγραμμα PSPP είναι μέρος του APP, του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, ή του QE, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας_EKT, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει για αγορές ύψους 20 δισεκατομμυρίων ευρώ το μήνα. Το δικαστήριο της Καρλσρούης εξέδωσε στη συνέχεια, στις 18 Ιουλίου 2017, γνώμη σχετικά με τη νομιμότητα του προγράμματος PSPP. Επιβεβαιώθηκε ότι το PSPP απομακρύνεται από τους όρους που το CJEU είχε κάνει ρητά στις 16 Ιουνίου 2015 για ένα άλλο πρόγραμμα αγορών κρατικών ομολόγων από το Ευρωσύστημα, το OMT, για συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ωστόσο, το δικαστήριο της Καρλσρούης αποφάσισε, στις 21 Ιουνίου 2016, ότι οι OMT συμμορφώνονταν με το γερμανικό θεμελιώδες δίκαιο και ότι η Bundesbank μπορούσε να συμμετάσχει, αλλά υπό την αυστηρή εφαρμογή των όρων που περιγράφει το CJEU. Το χειραγωγούμενο δικαστήριο  έκρινε ότι οι όροι αυτοί ήταν νομικές υποχρεώσεις που πρέπει επίσης να εφαρμόζονται στις αγορές του PSPP. Όλες αυτές οι ερωτήσεις προφανώς σχετίζονται με τη νομιμότητα των ενεργειών της ΕΚΤ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, πριν λάβει αποφάσεις βάσει της γνώμης του, το δικαστήριο της Καρλσρούης υπέβαλε, τον Αύγουστο του 2017, αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο της Ε.Ε. Ο στόχος ήταν να ρωτήσουμε το CJEU, όπως ισχυρίζονται οι καταγγέλλοντες αν, διαφορετικά χαρακτηριστικά του PSPP παραβιάζουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Αυτή η προδικαστική απόφαση CJEU σχετικά με το PSPP δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2018. Για άλλη μια φορά, το CJEU υποστήριξε την ΕΚΤ και διαπίστωσε ότι το PSPP ήταν σύμφωνο με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ωστόσο, το δικαστήριο της Καρλσρούης διατηρεί το δικαίωμα να παρεκκλίνει από τη γνώμη του CJEU. Συνεπώς, το δικαστήριο της Καρλσρούης συνέχισε να εξετάζει το ερώτημα βάσει της απόφασης του ΔΕΕ, αλλά χωρίς να θεωρεί ότι δεσμεύεται από αυτήν την ερμηνεία. Στη συνέχεια, το δικαστήριο της Καρλσρούης αποφάσισε να αντιταχθεί στο CJEU. Η απόφαση του δικαστηρίου της Καρλσρούης, της 5ης Μαΐου 2020, παρατήρησε ότι η γερμανική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τον εθνικό θεμελιώδη νόμο, παραλείποντας να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να αμφισβητήσουν τα ανεπαρκή επιχειρήματα. Συμβούλιο να αποδείξει ότι το PSPP ήταν ανάλογο με τους στόχους της νομισματικής πολιτικής του. Το δικαστήριο της Καρλσρούης έκρινε επίσης ότι το CJEU αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα της αναλογικότητας με την απόφαση του Δεκεμβρίου 2018, την καταλληλότητα της οποίας επικρίνει. Από τότε, το δικαστήριο της Καρλσρούης διέταξε τη γερμανική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο να προβούν σε εκπροσώπηση στην ΕΚΤ, ώστε να λάβει νέα απόφαση σχετικά με το πρόγραμμα PSPP, όπου αυτή τη φορά θα αξιολογούσε την αναλογικότητα αυτού του προγράμματος. Ελλείψει τέτοιας αξιολόγησης από την ΕΚΤ μετά από 3 μήνες, η δε Bundesbank θα απαγορευόταν να συμμετάσχει στο PSPP. Το δικαστήριο της Καρλσρούης ισχυρίστηκε επίσης ότι η γερμανική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο είχαν καθήκον να παρακολουθούν την εφαρμογή του PSPP από την ΕΚΤ και να χρησιμοποιούν τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους για να διασφαλίσουν ότι παραμένει εντός της εντολής του.  Η εφαρμογή αυτής της δικαστικής απόφασης της Καρλσρούης της 5ης Μαΐου 2020 από τη γερμανική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο ήταν πολύ περίπλοκη. Το δικαστήριο της Καρλσρούης παρέλειψε επίσης να προσδιορίσει ποια νομικά μέσα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η γερμανική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο για να ασκήσει πίεση στην ΕΚΤ, καθώς είναι ανεξάρτητη. Η ΕΚΤ απάντησε πολύ γρήγορα ότι δεν ήταν απαραίτητο να δημοσιεύσει μια νέα απόφαση σχετικά με το PSPP, επειδή ήταν ανεξάρτητο από τα εθνικά δικαστήρια και αρχές, ενόψει της συνθήκης. Η λύση ήταν η ΕΚΤ να παρέχει ανεξάρτητα στη γερμανική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο, μέσω της Bundesbank, έγγραφα που έδειξαν ότι πριν από την έναρξη του προγράμματος PSPP, το ζήτημα της αναλογικότητας είχε πράγματι εξεταστεί. Η κυβέρνηση της Γερμανίας και το γερμανικό κοινοβούλιο, με ψηφοφορία με μεγάλη πλειοψηφία στις 2 Ιουλίου 2020, αποφάσισαν ότι τα αιτήματα του δικαστηρίου της Καρλσρούης είχαν πράγματι λάβει την κατάλληλη απάντηση. Η Bundesbank ήταν συνεπώς σε θέση να συνεχίσει να συμμετέχει στο PSPP. Ωστόσο, οι ενάγοντες διαφωνούν με αυτό και ζήτησαν από το δικαστήριο της Καρλσρούης να αποφασίσει εάν αυτή η ανακοίνωση εγγράφων από την ΕΚΤ ήταν πράγματι επαρκής για να συμμορφωθεί με την απόφαση της 5ης Μαΐου 2020. Οι ενάγοντες ζήτησαν αρχικά από το δικαστήριο της Καρλσρούης να υποχρεώσει τη γερμανική κυβέρνηση και το κοινοβούλιο να εξηγήσουν πώς θα μπορούσαν να εκτιμήσουν ότι το PSPP ήταν πράγματι ανάλογο και να δημοσιεύσει τα εμπιστευτικά έγγραφα που είχαν λάβει από την ΕΚΤ. Οι ενάγοντες ζήτησαν τότε από το δικαστήριο της Καρλσρούης να δηλώσει ότι το γερμανικό κοινοβούλιο και η κυβέρνηση παραμένουν υποχρεωμένα να λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η ΕΚΤ διενεργεί αξιολόγηση του PSPP που πληροί τις απαιτήσεις της απόφασης της 5ης Μαΐου 2020 και ότι η κυβέρνηση της Γερμανίας υποχρεούται να ενεργήσει για να διασφαλίσει ότι η Bundesbank αποσπάται από οποιαδήποτε συμμετοχή στις αγορές του PSPP. Στις 18 Μαΐου 2021, το δικαστήριο της Καρλσρούης απέλυσε τους ενάγοντες. Το δικαστήριο της Καρλσρούης θεωρεί ότι το γερμανικό κοινοβούλιο έχει όλη την εξουσία να επαληθεύσει ότι οι εξηγήσεις που παρέχει η ΕΚΤ είναι επαρκείς και ότι, συνεπώς, τα συμπεράσματά της πρέπει να γίνουν δεκτά. Το PSPP είναι αναλογικό και η Bundesbank μπορεί να συνεχίσει να συμμετέχει.

Ως συμπέρασμα το πλαίσιο διάσωσης είναι διάτρητο όχι μόνο για τις τράπεζες αλλά και για τα κράτη όπως η Ελλάδα που ελπίζει στην επανεκκίνηση του κάθε τυχάρπαστου!