symbol of european union on banknote

Φέτος συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδος στην ΕΕ. Άραγε, η σημερινή θέση της χώρας δικαιώνει τις μεγάλες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν κατά την είσοδο την χώρας στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και την συνόδευσαν σε όλη την διάρκεια της πορείας της προς την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση»; Αναμφίβολα, οι απαντήσεις ποικίλουν και επηρεάζονται ανάλογα με την εκάστοτε εποχή.

Άλλη η γνώμη του μέσου Έλληνα όταν μοιράζονταν (έστω και άνισα) η πίτα με τα κονδύλια των περίφημων ευρωπαϊκών πακέτων και άλλη όταν οι «εταίροι» μάς επέβαλαν, με τιμωρητική διάθεση, καταστροφικά και δυσβάστακτα μνημόνια, που αποσταθεροποιούν την χώρα, αντί να εξυγιαίνουν την οικονομία της.

40 χρόνια ευκαιριών και προκλήσεων

Η είσοδος της Ελλάδος στο πολυεθνικό μπλοκ των Βρυξελλών έφερε μεγάλες ευκαιρίες, αλλά και πρωτοφανείς προκλήσεις για την ελληνική κοινωνία. Οι δυνατότητες δανεισμού και πρόσβασης σε φθηνό χρήμα αυξήθηκαν πολύ, ειδικά με την υιοθέτηση του ευρώ, όμως η κακή διαχείριση των κονδυλίων από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και η έλλειψη ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και προϊόντων, ειδικά μετά την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος, εξουδετέρωσαν σε μεγάλο βαθμό τα προνόμια αυτά.

Μαζί με την σταδιακή άνοδο του ΑΕΠ ως και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, παράλληλα αυξανόταν ραγδαία και το χρέος, καθιστώντας την Ελλάδα μια σύγχρονη χρεοδουλοπαροικία. Εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση αυτή, για την οποία δεν ευθύνεται αποκλειστικά η Ελλάς, αλλά συνδιαμορφώθηκε από ανεύθυνους ευρωπαίους δανειστές και το στρεβλό ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα που είναι κομμένο και ραμμένο γύρω από τα συμφέροντα της Γερμανίας, οι αξιωματούχοι της ΕΕ αξίωσαν και πέτυχαν το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου της Ελλάδος.

Στα 40 χρόνια που πέρασαν, τα κέρδη από την ανάπτυξη κρατικών υποδομών και δικτύων μετριάστηκαν από την αποβιομηχανοποίηση της Ελλάδος. Κάποτε η Ελλάς διέθετε εγχώρια παραγωγή, ενώ σήμερα εισάγει ακόμη και αγροτικά προϊόντα, την ζήτηση των οποίων θα έπρεπε να καλύπτει σε απόλυτο βαθμό η εντόπια παραγωγή.

Προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα;

Μια ματιά στο ποσοστό των πολιτών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας ή με δυσβάσταχτα χρέη που τους οδηγούν ακόμη και στην απόγνωση της αυτοχειρίας σίγουρα δεν συνηγορεί υπέρ της πανάκειας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την οποία πιπίλιζαν σαν καραμέλα, βαυκαλιζόμενοι δεκαετίες τώρα, πολιτικοί και ευκολόπιστοι πολίτες.

Το ίδιο ισχύει για τους τομείς της εθνικής άμυνας και της γεωστρατηγικής. Η σχεδόν επιβαλλόμενη πληθυσμιακή αλλοίωση της χώρας, σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα και το κύμα μετανάστευσης των νέων που δημιούργησε η κρίση της περασμένης 10ετίας, συνιστά άμεση απειλή για την Ελλάδα. Το γεγονός ότι η μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ επιχειρεί να μετατρέψει την Ελλάδα σε αποθήκη ψυχών, με μετανάστες που είναι ανεπιθύμητοι στην «πραγματική Ευρώπη», η οποία, για τους εταίρους μας, φαίνεται πως εξακολουθεί να αρχίζει μετά τα Βαλκάνια, δεν αφήνει περιθώρια να ελπίζει κανείς ότι η απειλή αυτή θα λυθεί με πρωτοβουλία της ΕΕ.

Προ ημερών η Ισπανία προχώρησε στην άμεση απέλαση μερικών χιλιάδων λαθρομεταναστών, που εισήλθαν μαζικά στα αφρικανικά της σύνορα. Η δε Δανία μόλις τώρα έλαβε μια απόφαση ορόσημο, αυστηροποιώντας την διαδικασία αίτησης ασύλου και υποχρεώνοντας τους αιτούντες να υποβάλλουν την αίτησή τους από τρίτες χώρες, εκτός Ευρώπης. Αντιθέτως, στην Ελλάδα, η διαδικασία της απέλασης λίγων εκατοντάδων λαθρομεταναστών διαρκεί χρόνια, με αποτέλεσμα να ενθαρρύνονται διακινητές και παρατύπως εισερχόμενοι από την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού.

Ώσπου να εφαρμοσθεί ένας λογικός κανονισμός για την αποδοχή προσφύγων, να απελαύνονται μαζικά και άμεσα όσοι δεν πληρούν τις αυστηρές προϋποθέσεις και προδιαγραφές που θα τεθούν και να μπει φρένο στην ασυδοσία των ΜΚΟ, το (λαθρο)μεταναστευτικό θα εξακολουθεί να εργαλειοποιείται εις βάρος της Ελλάδος.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή μάλλον βολεύει την ΕΕ, που αντί να θωρακίζει τα υποτιθέμενα νότια σύνορά της, μετατρέπει την χώρα σε χώρο υποδοχής και εγκαταστάσεως αορίστου χρόνου, εξαγοράζοντας αετονύχηδες απάτριδες επιχειρηματίες και ασυνείδητους πολιτικούς-υπαλλήλους.

Η ΕΕ εναντιώνεται στην ελληνική γεωστρατηγική;

Η κατάσταση γεωστρατηγικά είναι μια από τα ίδια. Οι ελληνικές κυβερνήσεις αρνούνται να αξιοποιήσουν τον ορυκτό πλούτο που κρύβει η χώρα, απεμπολώντας κέρδη δισεκατομμυρίων, ενεργειακή ανεξαρτησία και αναβαθμισμένη θέση στην γεωστρατηγική σκακιέρα. Παράλληλα, παρά την κατάφωρη παραβίαση των χωρικών υδάτων και του εθνικού εναερίου χώρου, αλλά και της παράνομης στρατιωτικής κατοχής του βορείου τμήματος της Κύπρου και της πειρατικής κούρσευσης της κυπριακής ΑΟΖ εκ μέρους της Τουρκίας, οι μηχανισμοί της ΕΕ δεν αξιοποιούνται ώστε να υποχρεωθεί η Άγκυρα να ανακρούσει πρύμναν.

Η στάση της ΕΕ αποδίδεται στα διαχρονικά συμφέροντα που έχουν η Γερμανία εν πρώτοις, και σε μικρότερο βαθμό άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην Τουρκία. Αυτό είναι κατανοητό ως ένα βαθμό, αλλά αυτό που είναι παράλογο είναι η σύμπλευση των ελληνικών κυβερνήσεων με τα νερά τους. Ούτε ένα «όχι» δεν μπόρεσαν να προφέρουν Ελλάδα και Κύπρος σε διαδοχικές συνόδους κορυφής της ΕΕ ώστε να υποχρεωθούν οι Βρυξέλλες να λάβουν έστω και εικονικές αποφάσεις κατά της Τουρκίας. Δεν γίνεται η ΕΕ να επιβάλλει κυρώσεις κατά της Λευκορωσίας ή της Ρωσίας και να μην ασχοληθεί με την Τουρκία, μια χώρα που πρωταγωνιστεί στην διεθνή τρομοκρατία.

Σε προηγούμενες δεκαετίες, τουλάχιστον κατάφερνε η Ελλάς και πρόβαλλε ένα βέτο, έστω για τα μάτια του κόσμου. Η δε Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ παρόλο που απέρριψε ο αείμνηστος και ηρωϊκός Τάσσος Παπαδόπουλος το Σχέδιο Ανάν, κατ’ απαίτηση του λαού. Σήμερα, η Ελλάς φοβάται να υψώσει το ανάστημά της ακόμη και στα Σκόπια, που οδηγούνται προς διάλυση και θα μοιραστούν μεταξύ της Αλβανίας και της Βουλγαρίας.

Ο εκ νέου αποκλεισμός της Ελλάδος από την σύσκεψη για την Λιβύη, με απόφαση της Γερμανίας, παρ’ ότι εκλήθη η Τουρκία, η οποία παραβιάζει το δυνητικό ΑΟΖ της Ελλάδος με την συμφωνία που πραγματοποίησε με τον τέως πρόεδρο της χώρας, τα λέει όλα για την γεωστρατηγική αξία που αποδίδει η ΕΕ στην Ελλάδα.

Βαίνουμε προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ή τον ευρωπαϊκό ολοκληρωτισμό

40 χρόνια μετά, θα μπορούσαν να φανταστούν όλοι εκείνοι οι διαχρονικοί «ευρωπαϊστές» ότι οι ντιβερκτίβες της γερμανοκρατούμενης ΕΕ θα συνιστούσαν ισοδύναμη απειλή για την Ελλάδα, ανάλογη με αυτή της Τουρκίας; Άραγε οι νεώτεροι, που μεγάλωσαν σε ένα γενικευμένο κλίμα εθνομηδενισμού, με την ψευδαίσθηση ότι είναι «ισοδύναμοι» ευρωπαίοι πολίτες, να αισθάνονται τώρα ισάξια μέλη της ευρωπαϊκής οικογένειας ή αποπαίδια;

Γεγονός παραμένει ότι χώρες που εισήλθαν στην ΕΕ, αρκετά αργότερα από την Ελλάδα, κατόρθωσαν να μπουν με αξιώσεις και επιχειρούν να συνδιαμορφώσουν την ατζέντα ή να ασκήσουν πίεση προς διάφορες κατευθύνσεις. Γιατί τόση ψοφιοσύνη από την Αθήνα; Γιατί έπαυσε η Ελλάς να διεκδικεί τα δίκαιά της; Σε τι ακριβώς ελπίζουν οι πολιτικοί, αφού κάθε βήμα προς την ολοκλήρωση της ΕΕ βρίσκει την Ελλάδα σε όλο και πιο ευάλωτη θέση;

Εδώ φημολογείται ότι η Γαλλία, που προσπαθεί να αυξήσει την επιρροή της στην Μεσόγειο, πρότεινε αμυντική συμφωνία στην Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση, φοβούμενη προφανώς την αντίδραση του ευρωατλαντικού διευθυντηρίου, περί άλλα τυρβάζει. Υπάρχουν και οι ανθύπατοι, οι πρέσβεις των ΗΠΑ και της Γερμανίας. Ο μεν επιχειρεί να πωλήσει κουβάδες στο ελληνικό ναυτικό για να στηρίξει την «ναυτοσύνη» μας, ενώ ο δε εκπροσωπεί μια χώρα που μάς θέλει οθωμανικό βιλαέτι που θα πληρώνει φόρους υποτέλειας στο Βερολίνο.

Στην φετινή 40χρονη επέτειο της «ευρωπαϊκής» πορείας της χώρας, οφείλουν όλοι οι πολίτες να αναρωτηθούν: Οδεύουμε προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ή τον ευρωπαϊκό ολοκληρωτισμό; Ή μήπως οι έννοιες αυτές είναι ένα και το αυτό;