ancient statue of woman with vase

Η πρόσφατη απόφαση του εκ των κορυφαίων αμερικανικών ΑΕΙ πανεπιστημίου Πρίνστον για τον υποβιβασμό των ελληνικών και λατινικών ως μη υποχρεωτικά μαθήματα στο τμήμα κλασσικών (sic) σπουδών του αντιμετωπίστηκε με θυμό και απογοήτευση από δημοσιογραφικούς κύκλους στην Ελλάδα και την ελληνική Διασπορά. Τα αρνητικά σχόλια σχετικά με την πολιτικά κατευθυνόμενη απόφαση αυτή είναι δικαιολογημένα, αφού οι ΗΠΑ παρασύρονται στην δίνη ενός παράλογου και ακραίου δήθεν αντιρατσιστικού κινήματος, που στην ουσία, αποτελεί το ίδιο μια νέα «προκρούστεια κλίνη» ενός «αντίστροφου φυλετισμού».

Για όσους γνωρίζουν την ψυχοσύνθεση της αμερικανικής κοινωνίας, οι παρούσες υπερβολές δεν πρέπει να ξενίζουν. Ακολουθούν με απόλυτη συνέπεια έναν ιδιότυπο ευσεβισμό που καταλήγει σε «κυνήγι μαγισσών», με τις αναμενόμενες ακρότητες, την απώλεια του μέτρου και τον φανατισμό.

Οι εναλλασσόμενοι εχθροί του αμερικανικού πουριτανισμού

Παλαιότερα, με τους Πουριτανούς, ο διαταραγμένος αυτός ψυχισμός εκδηλωνόταν μέσα από μέτρα που στόχευαν, στην κυριολεξία, να «σώσουν» την κοινωνία από μάγισσες. Τα συγκεκριμένα άτομα, που στοχοποιήθηκαν μέσα από την ψυχολογία του όχλου και τις πλείστες όσες στρεβλώσεις της κρίσης που γεννά, κατηγορήθηκαν για την διάπραξη διαφόρων ευφάνταστων ανοσιουργημάτων που σχετίζονταν με την μαγεία. Συνήθως, πετούσαν τους ανθρώπους αυτούς σε θάλασσες και ποταμούς, δεμένους με βαρίδια. Εάν κατόρθωναν να επιζήσουν, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα αποδιδόταν σε κάποια διαβολική ενέργεια, οπότε η ενοχή τους επιβεβαιωνόταν και εκτελούντο. Εάν πνίγονταν, έβγαινε αθωωτική ετυμηγορία. Ο δε θάνατός τους προσπερνιόταν ως απλή διαδικαστική λεπτομέρεια. 

Στον 20ο αιώνα, η πουριτανική αίρεση που εμφιλοχωρεί βαθιά μέσα στην αμερικανική κοινωνία εγκατέλειψε το κυνήγι μαγισσών και στράφηκε εναντίον κομμουνιστών. Με τις ίδιες συνοπτικές διαδικασίες, θεωρήθηκαν ύποπτοι και κατηγορήθηκαν αμέτρητα θύματα από τις πολιτειακές αρχές, αλλά και από ιδιώτες. Όσοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες ή δεν προσχωρούσαν στην ψυχολογία του όχλου, καταδίδοντας άλλους συμπολίτες τους, υπέστησαν την «αναγκαία» διαπόμπευση και τις κυρώσεις.

Πλέον, ο εχθρός μοιάζει να είναι όσοι δεν ασπάζονται την ατζέντα του ρατσισμού «απ’ την ανάποδη». Όσοι δεν συμφωνούν στο να απομονώνουν και να κοιτάζουν με ιδεοληπτικές παρωπίδες την απόχρωση του δέρματος ως τον υπ’ αριθμόν ένα παράγοντα στην ατομική αξιολόγηση, όσοι αρνούνται να κάνουν τον κλακαδόρο και να χειροκροτούν ακατάπαυστα τις σεξουαλικές προτιμήσεις της εκάστοτε μειοψηφίας (λες και έχουν οι άνθρωποι ανάγκη από οπαδούς και φιλάθλους στις ερωτικές τους συνευρέσεις) μοιάζουν να εξοβελίζονται, σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη.

Η ψυχονεύρωση του ευσεβισμού

Η ψυχονεύρωση του ευσεβισμού δεν έγκειται τόσο στις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή τις πολιτικές προτιμήσεις όσων εμφορούνται από αυτόν. Η ιστορία διδάσκει ότι κι αν αυτές αλλάζουν, ο ευσεβισμός και οι μέθοδοι που μεταχειρίζεται παραμένει. Δεν έχει τόσο σχέση εάν ο στόχος που επικαλούνται ότι υπερασπίζονται οι ευσεβιστές είναι ο Θεός ή το κεφάλαιο ή τα δικαιώματα. Σημασία έχει ότι όσοι δεν ασπάζονται τις απόψεις των ευσεβιστών παρουσιάζονται ως παρακατιανοί και εξοβελίζονται.

Σε κάθε περίοδο διωγμού που εξαπολύθηκε εκ μέρους των πολιτικά ορθών ευσεβιστών, υπήρξαν αθώα θύματα, σπιλώθηκαν αντιλήψεις, οδηγήθηκαν εν ψυχρώ άνθρωποι στην οικονομική ή ακόμη φυσική εξόντωσή και οι υπερβολές, που έφτασαν σε επίπεδο κοινωνικού παραλογισμού, συχνά έφερναν τα αντίθετα αποτελέσματα. Η κυκλοθυμία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της αμερικανικής κοινωνίας από καταβολής της.

Αυτό που προκαλεί πραγματική έκπληξη και είναι βαθιά ανησυχητικό είναι η αδιαφορία των ίδιων αυτών δημοσιογραφικών κύκλων για την κατάσταση της ελληνικής παιδείας, ειδικά στην Διασπορά. Άλλωστε, το ζητούμενο δεν είναι τόσο εάν θα παράγει το τάδε ή δείνα πανεπιστήμιο μεγάλο αριθμό κλασικιστών, αλλά εάν θα παράγει πλέον η Ομογένεια νέες γενιές που θα μπορούν να μιλούν και να γράφουν ελληνικά.

Σε παρατεταμένη κρίση η ελληνική παιδεία στις ΗΠΑ

Από την στήλη αυτή, έχει πολλάκις επισημανθεί ότι η ελληνική παιδεία στις ΗΠΑ βιώνει μια παρατεταμένη κρίση που απειλεί ζωτικά το μέλλον της ελληνοαμερικανικής κοινότητος.

Συγκροτημένο σχέδια για πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια σχολεία δεν υπάρχει, ούτε ποτέ υπήρξε. Φορείς και οργανώσεις (κυρίως ενοριακές κοινότητες) δρουν ανεξάρτητα (ενίοτε δε και ανταγωνιστικά), άλλοι με περισσότερη επιτυχία, άλλοι με λιγότερη, για την ίδρυση και συντήρηση ελληνικών σχολείων. Υπάρχουν και κάποιες προσπάθειες ίδρυσης μη ιδιωτικών σχολείων, σε συνεργασία με τις κρατικές αρχές, αλλά και αυτές είναι περιστασιακές και μη συντεταγμένες.

Τα κοινοτικά σχολεία είναι μονίμως αντιμέτωπα με την οικονομική στενότητα. Στην καλύτερη περίπτωση, το μισθολόγιο του προσωπικού καλύπτεται, αλλά οι μισθοί απέχουν παρασάγγας από το να θεωρούνται ανταγωνιστικοί και αρκούντως ικανοποιητικοί ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εργαζομένων. Ομοίως, τα δίδακτρα καθίστανται όλο και πιο δυσβάστακτα για εργαζόμενες οικογένειες (πολλώ δε μάλλον πολύτεκνες), αφού ο προϋπολογισμός των σχολείων δεν συγχρηματοδοτείται από συμπληρωματικούς πόρους.

Λεφτά υπάρχουν, αλλά όχι για τα ελληνικά σχολεία

Τους μήνες που πέρασαν, αναδημοσιεύθηκε αρκετές φορές η είδηση ότι οι εισφορές που συγκεντρώθηκαν για τον υπό ανέγερση Ι.Ν. Αγίου Νικολάου στο Σημείο Μηδέν ξεπέρασαν τα $90 εκατομμύρια. Το γεγονός ότι οι αρμόδιοι για την αποπεράτωση του έργου καμαρώνουν που ο προϋπολογισμός για τον εμβληματικό μεν, αλλά μικρό ναό είναι σχεδόν τετραπλάσιος από αυτόν που αρχικά προβλεπόταν δεν μπορεί παρά να προκαλεί προβληματισμό. Η ανησυχία αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν σκεφθεί κανείς ότι τόσες δεκαετίες τώρα, δεν υπάρχει ένα ταμείο για την ελληνική παιδεία, που να βοηθά τα ελληνικά σχολεία να βελτιώσουν τις υπηρεσίες τους και να κρατηθούν προσιτά τα δίδακτρα.

Με τόσα χρήματα να κατευθύνονται για έναν ναό που σχεδιάστηκε από τον κ. Σαντιάγκο Καλατράβα, γνωστό στην Ελλάδα για όσα τράβηξε η χώρα από την περιβόητη στέγη που σχεδίασε για το Ολυμπιακό Στάδιο, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την κατασπατάληση τόσων πόρων για μιαν αμφιλεγόμενη κατασκευή και την αδικία που υφίσταται η ελληνική παιδεία, αφού ένα ελάχιστο μέρος του ποσού αυτού δεν βρίσκεται να διατεθεί για τις ανάγκες των ενοριακών ημερησίων σχολείων, που καλούνται δεκαετίες τώρα να βγάλουν το φίδι από την τρύπα μόνα τους.

Η κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στον ομογενειακό χώρο δεν είναι καλύτερη. Ο πρόεδρος του μοναδικού ιδρύματος ανώτατης εκπαίδευσης στην Ομογένεια, της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού/Ελληνικού Κολλεγίου, που εδρεύει στην Βοστώνη, υπέβαλε την παραίτηση του στα τέλη του περασμένου μήνα, μόνο και μόνο για να την ανακαλέσει λίγες μέρες αργότερα. Οι λόγοι που τον ώθησαν να υποβάλλει την παραίτησή τους ποτέ δεν ανακοινώθηκαν ούτε υπήρξαν σχετικά δημοσιεύματα που να αποκαλύπτουν τι πραγματικά συνέβη.

Πλην όμως, αν κρίνει κανείς από το επίπεδο αρκετών αποφοίτων της Σχολής, είναι φανερό ότι ο αφελληνισμός δεν είναι μόνο κάτι που απειλεί τον λαό, αλλά και τον κλήρο, ο οποίος υποτίθεται λειτουργεί ως θεματοφύλακας της κιβωτού της ελληνικής γλώσσας σε καιρούς χαλεπούς. Πολλοί απόφοιτοι της Σχολής είναι λειτουργικώς αναλφάβητοι στην ελληνική γλώσσα, την οποία, ως εικός, εχθρεύονται. Άρα, εννοείται ότι σε όποια ενορία διοριστούν, όχι μόνο δεν θα μεταδώσουν την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, αλλά θα κάνουν ότι μπορούν για να περιορίσουν την χρήση της, με το έωλο νοησιαρχικό επιχείρημα ότι δεν είναι κατανοητή από την νέα γενιά.

Ποιός φυλάει την κιβωτό της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό;

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τωρινής κατάστασης είναι η περίπτωση ελληνόφωνων ιεροψαλτών, που αναγκάζονται να ψάλλουν στην αγγλική στις κατά τόπους κοινότητές τους, κατ’ απαίτηση των διοικητικών οργάνων, προκαλώντας ένα θέαμα που θα ήταν ευτράπελο, εάν δεν ήταν τόσο λυπηρό. Με την εντολή αυτή, που βασίζεται σε αυθαίρετα συμπεράσματα, οι μεν ύμνοι κακοποιούνται, χωρίς να αυξάνεται το εκκλησίασμα ή να ευεργετείται ιδιαιτέρως.

Μήπως η σταδιακή εξάπλωση της αγγλικής γλώσσας στην λειτουργική ζωή της Αρχιεπισκοπής Αμερικής από την δεκαετία του 1970 συνέβαλε στον να μειωθούν οι μεικτοί γάμοι ή να γεμίσουν οι ναοί με νέους ανθρώπους; Τα στατιστικά άλλο μαρτυρούν.

Η πίστη είναι βίωμα, δεν είναι κάτι νοησιαρχικό. Κανείς δεν εκκλησιάζεται ως ενήλικας επειδή ζωγράφιζε αγγελούδια στο κατηχητικό σχολείο ή επειδή παρακολούθησε μάθημα θρησκευτικών στο σχολείο. Εκκλησιάζεται διότι μπολιάστηκε στην πίστη από τους γονείς και τους παππούδες του, ένοιωσε τις χαρές και τις λύπες της ζωής του μέσα στην εκκλησία, γιόρτασε την ζωή συνοδεύοντας τον επιτάφιο και ψάλλοντας το Χριστός Ανέστη, είδε τους πόθους του Γένους να εκφράζονται μέσα από την εκκλησιαστική τέχνη της εικονογραφίας και της ψαλμωδίας, μετέχει της αγιαστικής χάριτος των μυστηρίων της Εκκλησίας και προσεύχεται, επικαλούμενος την Χάρη του Κυρίου, τις πρεσβείες της Θεοτόκου και την βοήθεια των αγίων.

Ειδικά στην εποχή μας, όπου τα πάντα εντοπίζονται με ένα κλικ και εμφανίζονται στο κινητό, τι ανάγκη έχει ο μέσος νέος να παραποιούνται οι ύμνοι – ποιητικά καλλιστεύματα γραμμένα και μελοποιημένα συνήθως από άγιες μορφές – σε αλλότρια γλώσσα, μόνο και μόνο για να ικανοποιηθούν οι νοησιαρχικές τους απαιτήσεις; Μήπως όταν φοιτούν οι μουσικόφιλοι στην όπερα και ακριβοπληρώνουν εισιτήρια για να απολαύσουν τα έργα μεγάλων συνθετών, που εκτελούνται συνήθως σε ξένη γλώσσα, έχουν την απαίτηση να αποδοθούν στην αγγλική;

Η γλώσσα, όπως η πίστη, βιώνεται

Συνεπώς, όπως η διατήρηση της εκκλησιαστικής συνείδησης είναι βίωμα, έτσι και η ελληνική γλώσσα μπορεί να αποτελέσει κι εκείνη βίωμα και πρόσκληση-πρόκληση μετοχής. Μην ξεχνάμε ότι επί αιώνες η ελληνική γλώσσα κρατήθηκε ζωντανή με αλφαβητάρι την Ιλιάδα και το Αναλόγιο του ιεροψάλτη. Τώρα που περιθωριοποιούνται και τα δύο, σε τι μέλλον μπορεί να ελπίζει η γλώσσα;

Η παρούσα ελληνική κυβέρνηση, που στηρίζει την Σχολή ετησίως με εισφορά 2 εκατομμυρίων, ίσως θα έπρεπε να αναθεωρήσει την απόφασή της και να κατανείμει τα χρήματα αυτά σε ομογενειακά ελληνικά σχολεία. Αντί χρημάτων, ας προσφέρει η ελληνική κυβέρνηση την ευκαιρία στους νυν ιεροσπουδαστές και αυριανούς παπάδες να φοιτήσουν σε κάποια θεολογική σχολή στην Ελλάδα και να μπολιαστούν καλύτερα στην ελληνική γλώσσα. Με αυτό τον τρόπο το όφελος θα ήταν πολλαπλό.

Σε κάθε περίπτωση, όσο και να μάς εκνευρίζει η απόφαση του Πανεπιστημίου Πρίνστον και παρόμοιες που θα ακολουθήσουν, δεν είναι τίποτε μπροστά στην αδιαφορία των ημετέρων για την μετάδοση της ελληνικής γλώσσας στην Διασπορά. Ας κοιτάξουμε τα του οίκου μας, λοιπόν, και ας στρέψουμε την κριτική πρωτίστως στους βουληφόρους του Ελληνισμού, αυξάνοντας την πίεση να επενδύσουν επιτέλους στην ελληνική παιδεία. Διαφορετικά, θα αποδειχθούμε χειρότεροι από τους ψευτοπροοδευτικούς του Πρίνστον, διότι αυτοί εξοβελίζουν κάτι που δεν τους ανήκει, ενώ εμείς γυρνάμε την πλάτη μας στην κληρονομιά μας, την ειδοιποιό μας διαφορά.